ΠΡΟΣΦΑΤΑ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΚΟΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΚΟΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Ιουνίου 2017



 

Τρύφων Λιώτας
Πρόκειται για μια ελληνική ταινία μικρού μήκους με τίτλο Άσπρο Περιλαίμιο (White Collar, 2016, GR) η οποία έχει κερδίσει ήδη βραβεία στο εξωτερικό. 
Συγκεκριμένα η ταινία απέσπασε ειδική μνεία σεναρίου στο Artfools Video Festival και το δεύτερο βραβείο ξένης ταινίας στο Sand Dune International Short Film Festival. 
Η σκηνοθέτης είναι η Ναταλία Λαμπροπούλου και ο σεναριογράφος – παραγωγός ο Σωτήρης Πετρίδης. 
Είναι μια απόδειξη ότι στην Ελλάδα της κρίσης συνεχίζεται να παράγεται πολιτισμός και τέχνη. Το ότι δεν το βλέπουμε οφείλεται πολύ απλά στο γεγονός ότι δεν προβάλλεται από πουθενά. 
Αυτό δεν πρέπει να μας φαίνεται περίεργο γιατί ο πολιτισμός πάντοτε επιδρά τροποποιώντας και ανατρέποντας τις σταθερές του βίου: κράτος, θρησκεία και κοινωνία - αναλόγως βεβαίως με το βαθμό ένταξής του στις επιδιώξεις τους και της αξιοποιήσεώς του απ’ αυτές. 
Είναι ο κριτής τους. Και φυσικά ούτε στο κράτος, ούτε στην κοινωνία αρέσει η κριτική. Η ταινία και το μήνυμά της είναι σαφώς καλύτερα από τον πολυδιαφημισμένο «Αστακό», ο οποίος προβλήθηκε σε αίθουσες, τόνοι χαρτιού ξοδεύτηκαν σε κριτικές και διθυράμβους, κόστισε πολύ περισσότερο και θεοποίησε ηθοποιούς και σκηνοθέτες. 
Και αναφέρω τον «Αστακό» γιατί υπάρχουν οι ομοιότητες της ελληνικής παραγωγής και σκηνοθεσίας καθώς και των σεναρίων επιστημονικής φαντασίας και δυστοπίας. 
Σε ένα δυστοπικό μέλλον, όχι και τόσο διαφορετικό από τη σημερινή κοινωνία, οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να κάνουν το οτιδήποτε για την εύρεση εργασίας. Συγκεκριμένα παίζουν ρωσική ρουλέτα για να κερδίσουν την πολυπόθητη θέση. Η μόνη διαφορά με τη σημερινή κοινωνία είναι στις σφαίρες. 
Σήμερα το ρόλο των σφαιρών παίζουν οι αυτοκτονίες, η μεγάλη ανεργία, η μετανάστευση, η πείνα, η αδυναμία να δημιουργήσεις στα πιο δημιουργικά σου χρόνια νιώθοντας άχρηστος, η κατάθλιψη κοκ. 
Όλα αυτά γίνονται, όπως και στην ταινία, στο όνομα του κέρδους και της «ανάπτυξης». Που για να έρθει πρέπει να γίνουμε ανταγωνιστικοί δηλαδή να υπάρχει ανεργία, φτωχοποίηση και εξαθλίωση μέσω χαμηλών ημερομίσθιων ώστε να προσελκυσθούν επενδυτές για να πάρει «μπρος» η οικονομία. 
Τι είναι μερικοί θάνατοι μπροστά σε τέτοια μεγαλεία; 
Δεν είναι κακό, τουναντίον, μερικές «σφαίρες» (αυτοκτονίες και μετανάστευση) δρουν θαυματουργά: μειώνουν την ανεργία… 
Στο μόνο σημείο που υπάρχει διαφορά με τη σημερινή κοινωνία είναι οι θέσεις εργασίας: στο μέλλον παλεύουν για μια θέση σε τράπεζα αλλά στο παρόν οι σφαίρες πέφτουν για μια αξιοσέβαστη θέση σερβιτόρου, ντελιβερά ή το πολύ υπαλλήλου σε σουπερμάρκετ. 

Η ιστοσελίδα της ταινίας εδώ. 
Η ταινία εδώ.
 
Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο

Παρασκευή 12 Μαΐου 2017


Τρύφων Λιώτας
Ο "Υπέροχος" (Marvellous, 2014, UK) είναι μια ταινία που έγινε για την αγγλική τηλεόραση και ο τίτλος της δεν είναι αρκετός για να την περιγράψει. Είναι μια ταινία που θα σας κάνει να γελάσετε, να κλάψετε και μάλιστα πολλές φορές ταυτόχρονα. Δεν πρόκειται να λαθέψετε σε όποιον και αν την προτείνετε.
Είναι η πραγματική ιστορία - βιογραφία του Neil Baldwin, ενός αθώου, αφελή, μικρόσωμου τύπου με δυσκολίες μάθησης, που όμως είναι οπλισμένος με άλλα χαρίσματα: θετικισμό, μια ασυνήθιστη αγάπη για τη ζωή και τις ανεξάντλητες δυνατότητες που αυτή μπορεί να προσφέρει, μια δυνατότητα να τελειώνει τη συζήτηση με φαινομενικώς ανακολουθίες, αλλά πάντα λογικές, αφήνοντας τους συνομιλητές του άφωνους, μια ατρόμητη προσωπικότητα και ένα αδάμαστο πνεύμα. Ζει την ημέρα χωρίς να σκέφτεται το αύριο, αφού το πιο σημαντικό γι’ αυτόν είναι να είσαι ευτυχισμένος («πάντα ήθελα να είμαι ευτυχισμένος, έτσι αποφάσισα να είμαι»), παίρνοντας πάντα αυτό που θέλει, απλά ζητώντας το: «Θα με πας ως εκεί; Μα δεν είναι ο δρόμος μου! Είναι, αν πας από εκεί για να μ’ αφήσεις». Δεν αφήνει τις αρνητικές κριτικές των άλλων ή τους περιορισμούς που του έχει θέσει η φύση να του χαλάσουν τις επιθυμίες και τα όνειρά του ή να μην αξιοποιήσει την όποια ευκαιρία του παρουσιάζεται. Το αποτέλεσμα είναι απίστευτο ταξίδι μέσα σε μια πιο γεμάτη, πιο ενδιαφέρουσα και πιο ολοκληρωμένη ζωή από αυτήν που έχουμε οι περισσότεροι από εμάς.
Κλόουν για να κάνει τους άλλους να γελάνε, αυτοδιορισμένος για την υποδοχή των νέων φοιτητών στο πανεπιστήμιο γιατί «είναι καλό να είσαι ευγενικός με τους ανθρώπους», υπεύθυνος ατομικών ειδών των ποδοσφαιριστών της αγαπημένης του ποδοσφαιρικής ομάδας, διευθυντής της δικιάς του ποδοσφαιρικής ομάδας, γνωστός και φίλος με διασημότητες μεταξύ άλλων, με μέλη του κοινοβουλίου, προπονητές, ποδοσφαιριστές, διαιτητές και αρχιεπισκόπους.
Ο ηθοποιός (Toby Jones) που τον προσωποποιεί είναι εκπληκτικός όπως και οι υπόλοιποι ηθοποιοί. Η ιδέα του σκηνοθέτη να παρουσιάζει τον πραγματικό Neil, όπως και άλλες γνωστές προσωπικότητες σε διάφορες στιγμές του έργου είναι μοναδική αλλά και απαραίτητη γιατί οι ιστορίες είναι τόσο απίστευτες που πρέπει να υπενθυμίζεται με μικρά ιντερλούδια και στιγμιότυπα ότι είναι και πραγματικές. Μπορείτε να την δείτε εδώ.
Πρόκειται για μια ταινία όπου υμνείται η ατομικότητα του ανθρώπου. Ο σκοπός του ανθρώπου πρέπει να είναι η μεγαλύτερη δυνατή και πιο αρμονική ανάπτυξη σε ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό σύνολο. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται προσπάθεια ενώ προϋποθέτει ελευθερία αλλά και ποικιλία καταστάσεων. Μέσα από τις δικές του αποφάσεις και πράξεις θα αναπτυχθεί. Αυτό με τη σειρά του θα οδηγήσει σε αυτό που αποκαλούμε «αυθεντικότητα της προσωπικότητας». Η αντίληψη, η κρίση, η διάκριση, η πνευματική λειτουργία και η ηθική προτίμηση είναι ικανότητες που αναπτύσσονται με την επιλογή. Μια επιλογή ελεύθερη και όχι βασισμένη σε έθιμα και συνήθειες ακόμα κι αν αυτές είναι σωστές. Το ηθικό και το πνευματικό είναι όπως οι μυείς: γυμνάζονται όταν χρησιμοποιούνται. Όποιος επαφίεται στην υποταγή και στην καθοδήγηση από αυθεντίες ή από γνώμες και από συνήθειες των πολλών δεν χρειάζεται να έχει άλλη ικανότητα από αυτήν του πιθήκου, δηλαδή τη μίμηση.
Δυστυχώς οι άνθρωποι πια δε ρωτάνε: «τι προτιμώ;» ή «τι ταιριάζει στη φύση μου;» ή «τι θα επιτρέψει το καλό και το υψηλό μέσα μου να μεγαλώσει και να ευδοκιμήσει;». Συνήθως ρωτάνε: «τι ταιριάζει στη θέση μου;» ή «τι θα έκαναν συνήθως οι άνθρωποι στη θέση μου;» ή ακόμα χειρότερα, «τι θα έκαναν άνθρωποι με θέση ανώτερη από τη δική μου;». Ούτε που τους περνά από το μυαλό να έχουν κάποια δικιά τους κλίση εκτός από αυτό που είναι συνηθισμένο. Έτσι το πνεύμα δαμάζεται και μπαίνει μόνο του κάτω από το ζυγό. Ακόμα και στις απολαύσεις τους απλά ακολουθούν ότι γίνεται από τους πολλούς. Περιορίζουν την εξάσκηση της επιλογής τους στα συνηθισμένα. Η ιδιαιτερότητα στο γούστο και η εκκεντρικότητα στη συμπεριφορά λοιδορούνται για να μην πω ότι αποφεύγονται σαν εγκλήματα: γιατί υπάρχει ηθική μομφή σε προτάσεις όπως: «κάνει αυτό που κανείς δεν κάνει» ή «δεν κάνει αυτό που κάνουν όλοι». Και αν βρεθεί κάποιος άμοιρος πολύ εκκεντρικός τότε από γραφικός γίνεται τρελός. Και όμως, υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων στις πηγές ευχαρίστησης, στην ευαισθησία του πόνου, στις φυσικές και ηθικές δράσεις που αν δεν υπάρχει μια ανάλογη διαφορά στους τρόπους ζωής τότε το άτομο δεν θα μπορέσει ούτε να ευτυχήσει, ούτε να αναπτύξει το πνευματικό, ηθικό και αισθητικό επίπεδο για το οποίο είναι ικανή η φύση του.
Ο ατομικός αυθορμητισμός δε θεωρείται ιδανικό, αντιθέτως οι πολλοί τον βλέπουν σαν προβληματικό ή ακόμη και ως κάτι το επαναστατικό. Μπορεί ο κόσμος να παραδέχεται ότι η κατανόηση πρέπει να έρχεται από εμάς αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τις επιθυμίες μας και τις παρορμήσεις μας. Ο μέσος όρος της ανθρωπότητας δεν είναι μόνο μέτριος στη διάνοια είναι και στις παρορμήσεις: δεν έχουν γούστα και επιθυμίες να κάνουν κάτι ασυνήθιστο. Πολλοί δε, νομίζουν ότι οι δυνατές επιθυμίες και παρορμήσεις μπορεί να κάνουν κακό αλλά πλανιούνται: μόνο οι αδύναμες συνειδήσεις κάνουν κακό. Οι επιθυμίες και οι παρορμήσεις είναι ενέργεια και ναι μεν είναι δυνατόν να τις κατευθύνουμε με κακό σκοπό αλλά περισσότερο καλό θα γίνει από μια ενεργητική φύση απ’ ότι από μια νωθρή και παθητική. Αυτοί που έχουν τις δικές τους επιθυμίες και παρορμήσεις είναι οι μόνοι που έχουν αυτό που ονομάζουμε χαρακτήρα. Αν συνδυάζονται και με ισχυρή θέληση έχουμε την ολοκληρωμένη προσωπικότητα: «Υπάρχει μόνο ένας Neil Baldwin».
Τώρα ίσως να φαίνεται καλύτερα η αξία της ατομικότητας. Μόνο με την καλλιέργεια και την επίκλησή της μπορούν οι άνθρωποι να γίνουν ευγενείς (δηλ. να δείχνουν ποιότητα και υψηλές ηθικές αρχές και ιδανικά) ώστε να αποτελέσουν όμορφα αντικείμενα στοχασμού από τους υπόλοιπους. Έτσι ενισχύεται ο δεσμός που ενώνει το άτομο με την κοινωνία. Οι άλλοι μπορούν να μάθουν κάτι καινούργιο από αυτούς (είτε πρόκειται για μια καινούργια αλήθεια, είτε για το γκρέμισμα κάποιας παλιάς). Η αυθεντικότητα ανοίγει τα μάτια των άλλων: τους δίνουν το παράδειγμα καλύτερων πρακτικών και συμπεριφορών με τα διαφορετικά πειράματα των ζωών τους και τις διαφορετικές προσωπικότητες τους, και ταυτόχρονα καλύτερο νόημα και γεύση στη ζωή: είναι το αλάτι της γης. Ναι μεν γίνεται το ίδιο το άτομο πιο ευτυχισμένο αλλά κάνοντας τη ζωή πιο πλούσια, κάνει και τους άλλους πιο ευτυχισμένους. Εξάλλου το άτομο με το να γίνεται πιο χρήσιμο για τον εαυτό του γίνεται παράλληλα και για τους άλλους. Ο διάσημος προπονητής της ομάδας που δούλευε ο Neil του είπε: «Κάποτε με ρώτησες ποια είναι η καλύτερη μεταγραφή που έκανα. Λοιπόν, εσύ ήσουν… με μεγάλη διαφορά.»
Οι μάζες και οι κυβερνήσεις είναι μια συλλογική μετριότητα. Η εισαγωγή όλων των σοφών και άξιων πραγμάτων γίνεται μόνο από τα άτομα. Αυτό πρέπει να το θυμόμαστε ειδικά σε μια εποχή που υπάρχει μια γενικευμένη τάση για αύξηση της ρύθμισης συμπεριφοράς και αποθάρρυνση ακροτήτων. Σε αυτό μπορούμε να προσθέσουμε και ένα ρεύμα «φιλανθρωπίας» για μια «ηθική και σεμνότυφη καλυτέρευση» των συνανθρώπων μας. Όλα αυτά οδηγούν τους ανθρώπους στο να μην επιθυμούν τίποτα ισχυρά. Το ιδανικό του χαρακτήρα έχει ήδη γίνει: «να είσαι χωρίς ιδιαίτερο χαρακτήρα». Η τυραννία της άποψης που κυριαρχεί, συνθλίβει – σαν τυλιγμένο γυναικείο κινέζικο πόδι – κάθε μέρος της ανθρώπινης φύσης που εξέχει κάνοντας κάθε άτομο παρόμοιο με το άλλο, σύμφωνα με ένα κοινό αποδεκτό πρότυπο. Ο δεσποτισμός του συνηθισμένου έχει γίνει το κύριο εμπόδιο της ανθρώπινης εξέλιξης αφού το δίκαιο και το σωστό έφτασαν να σημαίνουν συμμόρφωση στη συνήθεια. Πλέον το παράδειγμα της μη συμμόρφωσης, η απλή άρνηση υποταγής στο σύνηθες είναι από μόνο του πολύτιμο. Μόνο η αγάπη για την ελευθερία είναι ανταγωνιστική στο συνηθισμένο.
Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε την εκπαίδευση που φέρνει τους ανθρώπους κάτω από τις ίδιες επιρροές – αλήθειες (δεν είναι τυχαίο για την ανάπτυξη του Neil ότι την απέφυγε) , την πρόοδο της επικοινωνίας που δίνει πρόσβαση στα ίδια συναισθήματα, το εμπόριο και την τεχνολογία που βοηθούν στο να έχουν όλοι τα ίδια αντικείμενα φιλοδοξίας και το κατεστημένο που ενισχύει την μετριότητα της κοινής γνώμης για καθαρά πρακτικούς – ψηφοθηρικούς λόγους, κατανοούμε την εχθρότητα των μαζών προς την ατομικότητα. Μολαταύτα, αν είναι να σωθούμε, από αυτούς τους λίγους «γραφικούς» θα σωθούμε. 

Δημοσιευμένο στον Τοίχο.

Σάββατο 22 Απριλίου 2017

 

Τρύφων Λιώτας
 
Η ταινία Χάβρη (Le Havre, 2011 - Finland, France) του Aki Kaurismaki είναι μια ωδή στην καλοσύνη του ανθρώπου που από μόνη της μπορεί να εγγυηθεί μια πραγματική πρόοδο για την ανθρωπότητα. Ο σκηνοθέτης έχει ένα εντελώς ξεχωριστό στυλ που είναι δύσκολο να μην αναγνωρίσεις από τα πρώτα λεπτά της ταινίας. Είναι οι ιδιαίτερες εικόνες του και τα αισθήματα που σου δημιουργεί, οι υπέροχοι χαρακτήρες του (συνήθως περιθωριακοί), τα κοινωνικά του μηνύματα και οι ελάχιστες λέξεις που χρειάζεται για να τα πει όλα αυτά. Το βασικό του θέμα είναι πάντα ο άνθρωπος. Σε αυτήν την ταινία θα δώσει έμφαση στο μεταναστευτικό κατά κύριο λόγο αλλά και στον σωστό τρόπο μιας ελεύθερης και δημιουργικής ζωής.

Στο λιμάνι της Χάβρης ανακαλύπτεται ένα κοντέινερ από την Γκάνα με παράνομους Αφρικανούς που κατά λάθος δεν στάλθηκε στην Αγγλία. Σαν από θαύμα οι άνθρωποι επέζησαν για πολλές μέρες και όταν ανοίγεται παρουσία της αστυνομίας ένας 12χρονος το σκάει μπροστά στα έκπληκτα μάτια της. Για τη σύλληψή του εξαπολύεται ένα ανθρωποκυνηγητό. Εντελώς τυχαία θα γίνει αντιληπτός από έναν ηλικιωμένο λούστρο ο οποίος παρά τη φτώχεια, τα προβλήματά του και το παράνομο του τολμήματος θα προσφέρει με τη βοήθεια των φίλων του κατ’ αρχήν στο νεαρό στέγη και τροφή. Όμως δε θα μείνει εκεί αφού θα προσπαθήσει και θα μάθει την ιστορία του και θα τον βοηθήσει περαιτέρω περνώντας τον στον τελικό προορισμό του που είναι το Λονδίνο.

Η ταινία εξελίσσεται σε μια εποχή όπου είχαμε την γνωστή καταστροφή των σκηνών 4.000 ατόμων που είχαν εγκατασταθεί σε αυτοσχέδιους καταυλισμούς στο Καλαί με μοναδικό σκοπό να περάσουν με οποιονδήποτε τρόπο τη θάλασσα της Μάγχης με προορισμό την Αγγλία. Ο τότε πρωθυπουργός Σαρκοζί, λόγω της ολοένα και ανερχόμενης δύναμης της ακροδεξιάς στις επικείμενες εκλογές θέλοντας να κερδίσει ψήφους, στράφηκε ενάντια στους αδύνατους εξαπολύοντας ανθρωποκυνηγητό μεταναστών με τους ανθρωποφύλακες αστυνομικούς ενώ ταυτόχρονα συγκέντρωνε τους μετανάστες σε άσυλα «υποδοχής» όπου κρατούνταν φυλακισμένοι για άγνωστο διάστημα, χωρίς ταυτότητες, χωρίς μέλλον και εντελώς άεργοι. Στην προσπάθεια αυτή αρωγός στάθηκαν και στέκονται τα ΜΜΕ με τις γνωστές ατάκες τους για αρρώστιες, τρομοκράτες κ.ο.κ. Αυτός είναι ο ένας κόσμος: της πολιτικής σκοπιμότητας και της διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Υπάρχει και μια μεγάλη ειρωνεία εδώ: αυτοί που φέρονται απάνθρωπα στους αδύναμους για λόγους δύναμης και απληστίας είναι οι ίδιοι που για τους ίδιους λόγους τους εξώθησαν σε αυτήν την κατάσταση.

Στον αντίποδα ένας άλλος κόσμος όπως μόνο ο Kaurismaki μπορεί να δώσει: απλοί και σεμνοί άνθρωποι. Φτωχοί στην τσέπη αλλά πλούσιοι στην καρδιά. Ειλικρινείς, ευγενικοί, που δεν διστάζουν να τείνουν χείρα βοηθείας στους πιο αδύναμους συνανθρώπους τους με ανάγκη, χωρίς να σκεφτούν τη δική τους κατάσταση ή ότι η ανυπακοή τους θα έχει συνέπειες από το νόμο. Δρουν αυθόρμητα και φυσικά όπως αναπνέουν. Χωρίς πολλά λόγια, με την έμφυτη καλοσύνη τους. Βρίσκουν το χρόνο να απολαύσουν τις μικρές χαρές της ζωής, ζουν μέρα με την μέρα, δεν διαμαρτύρονται για ό,τι τους φέρνει η στιγμή, απλά κάνουν αυτό που πρέπει να γίνει. Καθαρά στωικοί αντιμετωπίζουν τα άσχημα με αξιοπρέπεια και ποτέ δεν ενθουσιάζονται εύκολα με τα θαύματα που τους συμβαίνουν. Είναι «κανονικοί» άνθρωποι και τα εισαγωγικά δεν μπαίνουν γιατί δεν είναι κανονικοί αλλά γιατί δύσκολα πια συναντάς τέτοιους ανθρώπους. Είναι οι περιθωριακοί της κοινωνίας που οι δυσκολίες και οι αμαρτίες τους, τους έχουν αγιοποιήσει.

Και στη μέση ακριβώς, με το ένα πόδι στον ένα κόσμο και το άλλο στον άλλο, ο αστυνομικός που πιέζεται να βρει τον φυγά και να τον παραδώσει σε άσυλο. Συνειδητοποιημένος, ρεαλιστής, λογικός δεν αφήνει τίποτα στην τύχη: ψάχνει, ερευνά και δεν λογαριάζει συναισθήματα, κοινωνικές και πολιτικές πιέσεις, ταμπού και προκαταλήψεις. Δεν είναι δουλοπρεπής ούτε στα αφεντικά του, ούτε στις συμπάθειες και αντιπάθειες τις κοινωνίας. Κατανοεί ότι ο μόνος λόγος για να ασκήσεις έλεγχο και εξαναγκασμό για τις πράξεις κάποιου είναι όταν απειλείται κάποιος τρίτος από αυτές τις πράξεις. Η συνείδηση του και μόνο θα τον κάνει από μηχανής θεό για την ευνοϊκή έκβαση της υπόθεσης του φυγά. 

Από αυτή την άποψη είναι γεγονός ότι η ταινία δεν είναι ρεαλιστική. Επιλέγει στρατόπεδο και έτσι δεν αποδίδει την δυστυχώς άσχημη πραγματικότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είναι αληθινή, γιατί αποδίδει πολύ πιστά την αλήθεια, και μην σας φαίνεται αντιφατικό γιατί άλλο πράγμα η αλήθεια και άλλο η πραγματικότητα. Αυτός ο μη ρεαλισμός είναι που εξυψώνει στα μάτια του θεατή την καλοσύνη των ανθρώπων και του δίνει έναυσμα για την επανεκτίμηση της συμπεριφοράς του και των απόψεων του. Μας δίνει ελπίδα και αισιοδοξία για την συμπεριφορά μεταξύ μας και για το μέλλον της ανθρωπότητας. Είναι μια καθαρά ψυχαγωγική – με την αρχαία έννοια του όρου – ταινία αφού μας δίνει μια παρότρυνση αν όχι να κάνουμε, τουλάχιστον να νιώσουμε αυτό που μπορεί να οδηγήσει σε κάτι αληθινά δημιουργικό.
 
Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο

Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

 

Τρύφων Λιώτας 
 
Η ταινία «Μετάνοια» (Monanieba, 1984, Soviet Union) είναι το τελευταίο μέρος της τριλογίας του Γεωργιανού σκηνοθέτη Tengiz Abuladze. Τα δύο πρώτα μέρη είναι «Η Επίκληση» (1968) και «Το Δέντρο των Ευχών» (1977). Είναι όμως αυτοτελής και αποτελεί μια όαση μέσα στην έρημο των άνοστων, άοσμων και ρηχών ταινιών που προβάλλονται και διαφημίζονται κατά κόρον. Η ταινία είχε παγκόσμια αναγνώριση – πρωτάκουστο για Γεωργιανή ταινία - ενώ απέσπασε και πάρα πολλά βραβεία (μεταξύ άλλων σκηνοθεσίας, α’ ανδρικού ρόλου, καλύτερης ξενόγλωσσης) και στη συνέχεια «θάφτηκε» γιατί οι ιδέες της αντιμάχονται όλα τα κυρίαρχα πολιτικά συστήματα. Ας μην ξεχνάμε ότι χρονικά η ταινία συμπίπτει με το νέο καθεστώς στη Σοβιετική Ένωση (Perestroika – Glasnost) το οποίο επέτρεψε την κριτική του προηγούμενου καθεστώτος αλλά για την συγκεκριμένη ταινία διατήρησε τις αμφιβολίες του για 3 χρόνια πριν επιτρέψει την προβολή της επί Γκορμπατσόφ για ένα όμως μόλις χρόνο. Στη συνέχεια απαγορεύτηκε και πάλι.
Προσωπικά τη θεωρώ σαν μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Μια ταινία που πρέπει να δείτε, αριστοτεχνικά φτιαγμένη με εξαιρετικούς ηθοποιούς. Μια σπουδή πάνω στην τυραννία και στο «κυνήγι μαγισσών». Ο μόνος λόγος που μπορεί να μην αρέσει σε κάποιον είναι να μην την κατανοήσει. Και αυτό γιατί η ταινία βρίθει συμβολισμών, απαιτεί την προσοχή του ακροατή ενώ παράλληλα τον αναγκάζει συχνά – πυκνά να σκεφτεί πάνω σε αυτά που βλέπει. Αυτός θα έπρεπε να είναι και ο στόχος κάθε πραγματικής τέχνης: να σε κάνει να σκέφτεσαι, να θέλεις να συζητήσεις πάνω σε αυτό που είδες με άλλους αλλά κυρίως με τον εαυτό σου.

Η υπόθεση
Μια μέρα μετά την κηδεία του Βάρλαμ Αραβίτζε, δήμαρχο μια μικρής πόλης της Γεωργίας, το πτώμα του εμφανίζεται στον κήπο του γιου του και ξαναθάβεται κάτω από άκρα μυστικότητα. Αλλά το πτώμα συνεχίζει κάθε πρωί να εμφανίζεται ώσπου τελικά η αστυνομία ανακαλύπτει τον υπεύθυνο για την κατ’ εξακολούθηση εκταφή στο πρόσωπο μιας γυναίκας. Στην απολογία της η γυναίκα υποστηρίζει ότι ο δήμαρχος δεν θα έπρεπε ποτέ να αναπαυθεί μιας και ευθύνεται για εγκλήματα τρομοκρατίας ενάντια στο λαό και είναι ο υπεύθυνος για την εξαφάνιση πολλών από τους φίλους της. Πρόκειται για μια αντιστροφή της Αντιγόνης και του Κρέοντα.
Είναι πολύ εύκολο να καταλάβει κάποιος ότι η ταινία αναφέρεται στην σταλινική εποχή της Σοβιετικής Ένωσης αλλά θα πρέπει παράλληλα να κατανοήσει ότι αναφέρεται σε όλες τις εποχές αφού εξερευνά την ανθρώπινη φύση σε πολλά επίπεδα προσπαθώντας να δώσει απαντήσεις στους λόγους που οι άνθρωποι κάνουν αυτά που κάνουν. Για παράδειγμα πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι υμνούν τον δήμαρχο ακόμα και μετά θάνατο όταν αυτός ήταν ένας εγκληματίας; Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει η δικαιολογία ότι για να «σωθούν» εκατομμύρια ανθρώπων είναι αναγκαίο να πεθάνουν μερικές χιλιάδες; Πώς είναι δυνατόν η επιστήμη και οι ανακαλύψεις της να χρησιμοποιούνται ενάντια στην ανθρωπότητα; Πώς είναι δυνατόν να καταστρέφονται αρχαία μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς στο όνομα της προόδου ή στο όνομα ιδεολογιών; Πώς είναι δυνατόν να απαιτείται από την Τέχνη να μπει στην υπηρεσία της κυρίαρχης ιδεολογίας; Πώς είναι δυνατόν να καταδικάζεις βασισμένος σε ανώνυμες κατηγορίες οι οποίες με τη σειρά τους είναι βασισμένες σε ζήλεια, προσωπικά συμφέροντα και ψέματα; Πώς να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας όταν η εξουσία λέει ότι είσαι; Πώς είναι δυνατόν να είσαι άνθρωπος και να μην χρησιμοποιείς τη λογική σου; Ποιος ορίζει το «κοινό καλό» στο όνομα του οποίου κάποιος αποκαλείται εχθρός του λαού και διώκεται; Πώς είναι δυνατόν μια διαταγή σε δημόσιους υπαλλήλους να υπερβαίνει την προσωπική τους θεώρηση; Είναι αυτό ηθικό; Όλα αυτά είναι που οδηγούν στην παράνοια του να βλέπεις εχθρούς παντού: «Είναι δύσκολο να πιάσεις μια μαύρη γάτα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, ειδικά αν δεν υπάρχει καμιά γάτα». Σίγουρα δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο αν το θέλεις πολύ…

Κάποια πραγματικά γεγονότα τα οποία παρουσιάζονται στην ταινία
Η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα: ο δήμαρχος που καταστρέφει τον καλλιτέχνη ζωγράφο δεν είναι άλλος από τον Μπερία ο οποίος συνέλαβε και εκτέλεσε γνωστό ζωγράφο της εποχής επειδή τόλμησε να υπερασπιστεί το μνημείο της εκκλησίας (Metechi) στην πρωτεύουσα της Γεωργίας τον οποίο σκόπευε να γκρεμίσει για να χτίσει ένα μνημείο. Η εκκλησία τελικά σώθηκε.
Ο Sergo Kawtaradze, επαναστάτης και σύντροφος του Στάλιν κατά την διάρκεια των εκκαθαρίσεων, συνελήφθη και βασανίστηκε μαζί με την γυναίκα του Σοφία το 1936. Η κόρη τους Maya, 11 χρονών, έγραψε πολλά γράμματα στον Στάλιν ικετεύοντας για την ζωή των γονιών της. Μετά από 3 χρόνια φυλάκισης αφέθηκαν ελεύθεροι αλλά έζησαν πάντα με τον κίνδυνο νέας σύλληψης. Μερικές εβδομάδες αργότερα ο Στάλιν και ο Μπερία έκαναν αιφνιδιαστική επίσκεψη στις 6 το πρωί στην οικογένεια όπου ο Στάλιν συνομίλησε ευγενικά με την κόρη τους. Μάλιστα η τελευταία αναφέρει στις αναμνήσεις της ότι ήταν «γοητευτικός και ευγενικός» ενώ τραγούδησε και μαζί με κάποιον τενόρο. Τέλος δείπνησαν και μαζί με γεύμα που είχε παραγγείλει ο ίδιος ο Στάλιν απ’ το καλύτερο γεωργιανό εστιατόριο της Μόσχας.

Συμβολισμοί και νοήματα
 
Κεντρικό ρόλο στην ταινία παίζουν οι τρεις γενεές της οικογένειας του εκλιπόντα. Ο δήμαρχος Βαρλάμ που συμβολίζει το παρελθόν του ολοκληρωτισμού (σταλινική Ρωσία) , ο γιος του Άβελ και η γυναίκα του που συμβολίζουν το «αθώο» παρών της συμμόρφωσης και συγκάλυψης (Περεστρόικα), και τέλος ο εγγονός Τορνίκε που συμβολίζει το μέλλον που πρέπει να πάρει πάνω του την ευθύνη για τα εγκλήματα του παρελθόντος.
 Η γυναίκα που ξεθάβει το πτώμα το κάνει μόνο στην φαντασία της όπως αποδεικνύεται με το τέλος της ταινίας. Ο λόγος είναι ότι σκέφτεται τον τρόπο που θα κάνει τον κόσμο να μην ξεχάσει αλλά και γιατί η ευθύνη για τα εγκλήματα του παρελθόντος είναι προσωπικό θέμα του καθενός. Η μετάνοια κυριολεκτικά σημαίνει αλλάζω τρόπο σκέψης. Η τιμωρία που φαντάζεται στρέφεται όχι τόσο κατά του πεθαμένου όσο κατά του γιου ο οποίος θέλει να αποκρύψει τα εγκλήματα αλλά και του εγγονού που στην ουσία είναι από τους λίγους αθώους χαρακτήρες της ταινίας. Το να ξεθάψουμε το παρελθόν και την ιστορία είναι λύση; Η απάντηση αφήνεται στον ακροατή.
Η όμορφη και στα λευκά ντυμένη (αγνή) γυναίκα συμβολίζει τη δικαιοσύνη. Σε άλλο ένα σουρεαλιστικό κρεσέντο κάθεται στο ίδιο σκαμνί με τον κατήγορο και παίζουν μαζί μουσική. Ένας υπαινιγμός στην αμφίβολη φήμη της.
Ο ίδιος ο δήμαρχος είναι ένα κράμα ολοκληρωτισμού: μουστάκι Χίτλερ, πουκάμισο και τιράντες Μουσολίνι, μπότες του Στάλιν και γυαλιά του Μπερία. Η εκταφή δεν είναι μια πράξη εκδίκησης, είναι μια απελπισμένη πράξη ώστε οι άνθρωποι να μην ξεχάσουν, να μην συγχωρέσουν ποτέ τα εγκλήματα που έγιναν. Και έτσι δεν υπάρχει ούτε η δικαιολογία της ανίερης πράξης της εκταφής: όσο υπερασπίζονται το νεκρό και το δήθεν ιερό διακαίωμά του για ταφή, τόσο αυτός θα ζει και θα συνεχίζει να διαφθείρει την κοινωνία.
Σουρεαλισμός και στην απεικόνιση της αστυνομίας: μεσαιωνικές πανοπλίες και άλογα. Είναι ο συμβολισμός που επιλέγει ο σκηνοθέτης για να «ζωγραφίσει» τον φεουδαρχισμό που επικρατεί σε όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ο δρόμος προς το ναό είναι ο δρόμος προς την αλήθεια, την πνευματικότητα, τη δικαιοσύνη, τις πανανθρώπινες αξίες.

Κάποιες επιπλέον σκέψεις
Η ταινία παρά τη σκοτεινή φύση του ανθρώπου καταφέρνει μέσα από παράλογους διαλόγους και σουρεαλιστικές καταστάσεις (μοιάζει σαν ο Νταλί ή ο Μπουνιέλ να έχουν βάλει κάποιες πινελιές) να προκαλέσει άφθονο γέλιο. Το πρόβλημα είναι ότι αν κάποιος σκεφτεί ότι οι ίδιοι ακριβώς διάλογοι συμβαίνουν και τώρα το γέλιο γίνεται πικρό, γίνεται κλαυσίγελως. 
 
Η δυστυχία του ανθρώπου ξεκινά από τις λάθος επιλογές προτεραιοτήτων: να γίνει πλούσιος, να αποκτήσει φήμη. Όταν όλα αυτά δεν ευοδωθούν ή χαθούν από τη μια στιγμή στην άλλη τότε ο άνθρωπος νιώθει κενός, μόνος. Τότε βρίσκεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τον εαυτό του αφού όλα όσα έκανε ως τώρα ήταν μια αυταπάτη, μια δικαιολογία για να μη μείνει μόνος του και σκεφτεί. Τι να σκεφτεί; Για το πιο ουσιώδη: ποιος είναι, γιατί ζει, ποιο το νόημα της ύπαρξης, που πηγαίνει. 
Το γενικό μήνυμα της ταινίας είναι αυτό της προσωπικής ευθύνης. Ένα τυραννικό καθεστώς δεν είναι μια ανώνυμη γραφειοκρατία, αλλά αποτελείται από επώνυμους ανθρώπους που υποτίθεται ότι εκτελούν ένα λειτούργημα. Ο δημόσιος λειτουργός είναι πρωτίστως άνθρωπος και δεν μπορεί να τοποθετεί την διαταγή πάνω από τις προσωπικές του εκτιμήσεις και τη λογική του. Διαφορετικά δεν είναι τίποτα άλλο από μια μηχανή ή ένα άλογο ζώο. 
Θα πρέπει όλοι μας να κάνουμε την ερώτηση αλλά και τη διαπίστωση που κάνει η γριά που ψάχνει το δρόμο για το ναό στην τελευταία σκηνή της ταινίας: «Οδηγεί αυτός ο δρόμος στο ναό;» και μετά την αρνητική απάντηση που παίρνει ξαναρωτά: «τι μου χρειάζεται ένας δρόμος που δεν οδηγεί στο ναό;» Εσείς τι λέτε; Είμαστε στο σωστό δρόμο για το ναό; Προσωπικά και κοινωνικά;
 Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο.

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

 

Τρύφων Λιώτας

Η ταινία "Ο Αγγελιοφόρος" (Ulak, 2008, Turkey) του Çagan Irmak είναι μια χωρίς χρόνο και τόπο αληθινή ιστορία με πολλά κρυμμένα μηνύματα που απαιτούν την συμμετοχή του ακροατή – τηλεθεατή. Και όλα αυτά ενδεδυμένα με τον μανδύα της φαντασίας και του παραμυθιού σε κάποιο χωριό της Ανατολής πριν πολλά χρόνια, όπου η τέχνη των παραμυθάδων καθήλωνε τους ακροατές, ανοίγοντας στα μάτια της φαντασίας τους σε κόσμους που προκαλούσαν δέος.
Ένας παραμυθάς ταξιδεύει από χωριό σε χωριό όπου διηγείται το παραμύθι του στα παιδιά του χωριού. Το κάνει από ανάγκη, όχι όμως για βιοποριστικούς λόγους αλλά γιατί θεωρεί ότι ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα χωρίς τα λόγια του. Η ιστορία μιλά για έναν αγγελιοφόρο στον οποίο κάτι που έχει δει έχει αλλάξει τον τρόπο που βλέπει και μιλά για τα πράγματα. Μια μέρα θα φτάσει σε ένα χωριό που οι κάτοικοί του μοιάζουν να έχουν μαζέψει όλες τις αμαρτίες του κόσμου: γυναίκες λοιδορούνται για την ατεκνία τους, μια μητέρα εκδίδει το παιδί της, πατεράδες ταπεινώνουν τα παιδιά τους και ερωτευμένοι απαγορεύεται να είναι μαζί. Οι καρδιές των κατοίκων είναι σκοτεινές, τα στόματα κλειστά στις οφθαλμοφανείς αδικίες αλλά ανοιχτά στην κοροϊδία του συγχωριανού. Η ζωή εκεί έχει καταντήσει ένα συνεχές μαρτύριο. Όμως το παραμύθι με το μήνυμα του αγγελιοφόρου θα αρχίσει να αλλάζει τη ζωή στο μικρό χωριό. Το άγχος εξαφανίζεται από τις καρδιές των ανθρώπων και η σκιά που πριν κυριαρχούσε δίνει τη θέση της σε μια καινούργια διάθεση γεμάτη κουράγιο. Η αλήθεια θα νικήσει τη σιωπή. Στα παραμύθια γίνονται θαύματα εδώ όμως έχουμε ένα το οποίο κάνει το ίδιο θαύματα αφού μπορεί και διώχνει το φόβο από τις καρδιές των ανθρώπων.
Κανένα από τα μηνύματα της ταινίας δε δίνεται με άμεσο τρόπο. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος δήλωσε πριν την προβολή της ταινίας ότι «αν περιμένετε κλισέ, δε θα ικανοποιηθείτε».
«Κάποτε είμασταν όλοι αδέλφια. Δεν γραφτήκαν όλα τα βιβλία για εμάς; Τι άλλαξε; Τι μας συνέβη;» Έτσι ξεκινά η ταινία μαζί με την αναφορά στο όνομα του Δημιουργού. Το παραμύθι που θα εξελιχθεί έχει θέσει ήδη τις βάσεις της αλληγορίας του: δεν αναφέρεται στα παλιά χρόνια αφού η ανθρωπότητα συνεχίζει να μην είναι αδελφωμένη˙ δεν μιλά για κάποιο συγκεκριμένο χωριό αφού μπορεί να είναι το οποιοδήποτε˙ ενώ η θρησκεία στο υπόβαθρο απλά τονίζει την πίστη στη δικαιοσύνη ενός ανώτερου όντος αφού η δικαιοσύνη των θνητών ανίκανη να γίνει ισχυρή από μόνη της απλά υφαρπάχτηκε από τους δυνατούς.
Οι ιστορίες εστιάζουν στη δύναμη του Θεού, την σημασία του να παραμένεις αληθινός στον εαυτό σου και την ανάγκη για την αποτίναξη του ζυγού της τυραννίας. Ο αγγελιοφόρος είναι ιδιαίτερα σκληρός με εκείνους που ακολουθούν τυφλά το κοινό συναίσθημα χωρίς να κατανοούν τίποτα για τους εαυτούς τους και τις κοινωνίες των οποίων μέλη αποτελούν. Είναι ταυτόχρονα οι λιγότερο ευφυείς αλλά και οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι. «Εκείνοι που ξέρουν αλλά σιωπούν είναι τόσο ένοχοι όσο και οι αυτουργοί του εγκλήματος.»
Τα τρία μέρη στα οποία χωρίζεται η ιστορία θα μπορούσαν να παρομοιαστούν κατά σειρά με το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Ο παραμυθάς μας έχει ήδη από την αρχή προειδοποιήσει για την ενεργητική και απαιτητική συμμετοχή μας: το «μέλλον» και η ευθύνη του ανήκει αποκλειστικά στον ακροατή. Αυτός θα πρέπει να το «διηγηθεί» με τα μάτια της φαντασίας του. Η φαντασία παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο στο παραμύθι και στη ζωή. Γι’ αυτό ο παραμυθάς διαλέγει τα παιδιά για ακροατήριο και οι ελάχιστες εξαιρέσεις που κάνει για μεγάλους είναι επειδή αυτοί έχουν διατηρήσει την ικανότητα να ονειρεύονται. Εξάλλου η ταινία είναι αφιερωμένη σε όλα τα παιδιά με την δυνατότητα να ονειρεύονται γιατί αυτά αποτελούν ταυτόχρονα την ελπίδα και το ίδιο το μέλλον.
Με την βοήθεια της απίστευτης μουσικής επένδυσης από την Ευανθία Ρεμπούτσικα (που 2 χρόνια πριν είχε γράψει και πάλι τη μουσική για την προηγούμενη ταινία του ίδιου σκηνοθέτη αποσπώντας το 1ο βραβείο το 2006), τις αξέχαστες ερμηνείες από επαγγελματίες αλλά και ερασιτέχνες ηθοποιούς, τα καταπληκτικά κουστούμια, το προσεγμένο σενάριο και την όμορφη σκηνοθεσία ο θεατής βρίσκεται από την αρχή καθηλωμένος σε μια «ονειρική» κατάσταση όπου το παραμύθι συνυφαίνεται τόσο καλά με την πραγματικότητα κάνοντας αδύνατη την οποιαδήποτε διάκρισή τους. Αν συνυπολογίσουμε και την αβεβαιότητα του χρόνου και του τόπου σε αυτήν την εναλλαγή παραμυθιού και πραγματικότητας τότε ίσως κατανοήσουμε ότι ο σκηνοθέτης θέλει να μας πει μια παλιά ιστορία για το σήμερα και το αύριο χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του χθες. Μια γλώσσα όμως που δεν σιωπά, μιλά με θάρρος για τις ρίζες της ζωής και την σημασία των αξιών της. 

Μπορείτε να απολαύσετε αυτό το αριστούργημα με ελληνικούς υπότιτλους εδώ
Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο.

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

 

του Τρύφωνα Λιώτα.
Το «Κυνήγι των πιο άγριων ανθρώπων» (Hunt for the wilderpeople, New Zealand, 2016) του σκηνοθέτη Taika Waititi σε σενάριο βασισμένο στο βιβλίο του Burry Crump, «Wild pork and watercress» (Αγριόχοιροι και νεροκάρδαμο) του 1986, είναι μια ταινία που απευθύνεται σε όλων των ειδών τα ακροατήρια. 
Ο Ricky είναι ένα ορφανό, υπέρβαρο με παραβατική συμπεριφορά παιδί που δεν έχει γνωρίσει ακόμη την αγάπη. Είναι έξυπνος, λατρεύει την ραπ των συμμοριών, και έχει μάθει να εκφράζει τα συναισθήματά του μέσα από χαϊκού. Οι κρατικές υπηρεσίες παιδικής πρόνοιας μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες τον παραδίδουν για υιοθεσία σε ένα ζευγάρι (Hec και Bella) που ζει στην εξοχή στα όρια ενός πυκνού δάσους. Η Bella είναι η χαρούμενη, γεμάτη στοργή σύζυγος που κατάφερε να τιθασεύσει τον μοναχικό λύκο άντρα της. Ο Ricky έχει προβλήματα με την προσαρμογή του στο νέο περιβάλλον αλλά τελικά η νέα θετή του μητέρα με την καλοσύνη, την στοργή, το χιούμορ και την …μαγειρική της, θα καταφέρει να τον κάνει να το αγαπήσει. Όταν όμως αυτή αναπάντεχα πεθαίνει και αυτός μαθαίνει ότι η πρόνοια θα τον πάρει πίσω επειδή ο θετός του πατέρας δεν θεωρείται κατάλληλος κηδεμόνας, τότε φεύγει για να κρυφτεί στο δάσος. Ο Hec τον ακολουθεί για να τον σώσει και διάφορα γεγονότα θα τους κρατήσουν για ένα διάστημα στο δάσος. Δεν θα μπορέσουν όμως να επιστρέψουν γιατί εντωμεταξύ η απουσία τους έχει δημιουργήσει υποψίες απαγωγής και ένα εθνικό ανθρωποκυνηγητό για την εύρεσή τους. Θα μπορέσουν οι δύο ήρωες να διατηρήσουν την ελευθερία τους; Δε θα πρέπει πρώτα όμως να ικανοποιήσουν την πιο απλή επιθυμία των ανθρώπων για οικειότητα και φιλία ώστε να παλέψουν μαζί γι’ αυτήν; 
Η ταινία ισορροπώντας τέλεια μεταξύ δράματος και κωμωδίας προσφέρει δράση, γέλιο και συγκίνηση χωρίς να γίνεται μελόδραμα. Η σοβαρότητα των πανανθρώπινων θεμάτων που θίγει καθώς και οι παρατηρήσεις που γίνονται πάνω στον πολιτισμό, τις σχέσεις και την συμπεριφορά των ανθρώπων παρ’ ότι γίνονται μέσω της αντίληψης ενός αθώου παιδιού και μεγαλοποιούνται για να μπορέσουν να προκαλέσουν το γέλιο και την λυτρωτική κάθαρση που αυτό επιφέρει σε όλα τα άσχημα και λυπηρά που συμβαίνουν στη ζωή μας, σε καμιά περίπτωση δεν υποβαθμίζονται. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε την εκπληκτική ηθοποιία και φωτογραφία (των πιο όμορφων τοπίων της Ν. Ζηλανδίας) και την τέχνη του σκηνοθέτη να διηγείται μια ιστορία ενώ ταυτόχρονα πλάθει αξιαγάπητους και βαθυστόχαστους χαρακτήρες περιγράφοντας τα πάθη τους, συλλογικά και ατομικά, καταλαβαίνετε γιατί την θεωρώ κορυφαία και τη συστήνω ανεπιφύλακτα. 
Αν προσπαθήσουμε να εστιάσουμε πάνω στα κοινωνικά σχόλια της ταινίας θα δούμε ότι δύο στοιχεία παίζουν κεντρικό ρόλο: Από τη μια μεριά έχουμε την ανάγκη για αγάπη – φιλία ακόμα και από τους πιο άγριους ανθρώπους και από την άλλη το τεράστιο ζήτημα της κοινωνικής τυραννίας που περιορίζει την ελευθερία του ατόμου. Στο ζήτημα της φιλίας έχουν πολλά να γεφυρώσουν: δεν είναι απλά το χάσμα των γενεών που τους χωρίζει, αλλά από τη μια έχουμε τον μισάνθρωπο που θέλει να τον αφήσουν ήσυχο στο δάσος του και από την άλλη τον «κακοποιό» που θέλει λίγη προσοχή και στοργή. 
Οι δυσκολίες επιβίωσης στο δάσος, καθώς και ένας κόσμος γεμάτος από απόρριψη, θα τους ενώσουν αναγκαστικά, δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο για την ωρίμανση της σχέσης τους, που μέσα από την αμοιβαία εμπιστοσύνη και εκτίμηση θα εξελιχθεί στην πιο παράξενη φιλία μεταξύ άγριων και μοναχικών ανθρώπων, απλά επειδή τελικά αποδέχονται ο καθένας τον άλλο έτσι ακριβώς όπως είναι. Αυτή τη διαφορετικότητα των ανθρώπων όμως η κοινωνία δείχνει να μην την αποδέχεται. Όμως δεν είναι μόνο αυτό που οδηγεί στην κοινωνική τυραννία του ατόμου. Οι απόκληροι της κοινωνίας αναζητούν την λύτρωση από το παρελθόν τους αλλά η κοινωνία δεν το ξεχνά: είσαι και θα είσαι γι’ αυτήν το παρελθόν σου και μάλιστα συμπυκνωμένο σε στιγμές που περιλαμβάνουν ότι χειρότερο έχεις πράξει σε αυτό. Έτσι η κοινωνία καθορίζει όχι μόνο ποιος είσαι αλλά εσαεί και το μέλλον σου, και εδώ ακριβώς έγκειται η τυραννία της. 
Γι’ αυτήν την ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού και του δικαιώματος στη διαφορετικότητα που δίνει υπόσταση σε μια αξιοπρεπή ύπαρξη αξίζει να τρέξεις, να κρυφτείς, να παρατήσεις τις ανέσεις σου, να αντιμετωπίσεις κακουχίες, να υψώσεις το ανάστημα σου, να αντιδράσεις, να δείξεις ανυπακοή σε κοινωνικές νόρμες και αυθεντίες. Εν ολίγοις να παλεύεις και να επιζητείς την ελευθερία, γιατί πρόκειται για έναν αγώνα με έπαθλο αυτήν την ίδια την ελευθερία σου. 
Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο.

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017





του Τρύφωνα Λιώτα


Κάθε ταινία του Θ. Μαραγκού που έχω δει είναι, παρά το χιούμορ που τις διακρίνει, και ένα βαθυστόχαστο έργο τέχνης. Το «Μάθε παιδί μου γράμματα» (1981), το «Αρκεί να φαίνονται ωραία» (2007) και το «Μπλάκ Μπεε» (2012). «Οι Ισοβίτες» (2008) λοιπόν, δε θα μπορούσαν να διαφέρουν. Η ταινία αυτή είχε διαφύγει της προσοχής μου και ο λόγος ήταν ο πόλεμος που δέχτηκε από τα «καλλιτεχνικά» κυκλώματα. Παρά το γεγονός ότι και η πρώτη προβολή της στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το Νοέμβριο του 2008 όπως και τέσσερις ακόμη που ακολούθησαν σε κινηματογράφους εκτός κυκλώματος απόσπασαν κολακευτικά σχόλια, ενώ η ταινία έχει κερδίσει και διεθνές βραβείο. 

Ο ίδιος ο σκηνοθέτης μεταξύ άλλων εξηγεί τους λόγους του πολέμου: «…γίνεται επειδή βεβαίως την έχει γράψει και την έχει σκηνοθετήσει ο Μαραγκός ο οποίος κάθε φορά που εμφανίζεται και προσφέρει γέλιο αυτοί παθαίνουν πανικό. Γιατί δε μπορούν να γελάσουν επειδή στερούνται χιούμορ. Και αυτό, να μη ξεχνάμε, είναι το χαρακτηριστικό της εξουσίας, …γίνεται κυρίως για τις ιδέες που περιέχει η ταινία, τις οποίες αυτοί θέλουν να τις εξαφανίσουν. Λυσσάνε που ο κόσμος χειροκροτεί αυτές τις ιδέες. Στην ουσία αυτή η επίθεση που δέχεται η ταινία, είναι μέρος της γενικότερης επίθεσης που δέχεται η Παιδεία κι ο Ελληνικός Πολιτισμός.» 

Οι ισοβίτες (Πάνος και «λοχαγός», στους ρόλους ο Μουρίκης και Σπυριδάκης) είναι δύο άγνωστοι μεταξύ τους. Ο ένας ένα νυχτερινό ελεύθερο πουλί – φορτηγατζής, ένας ποιητής του πάθους, ο άλλος ένας εκδότης κριτής της κοινωνίας μας, ένας μηδενιστής – αρνητής των πάντων. Το μοναδικό κοινό σημείο τους, η αγάπη για τη φίρμα του λαϊκού τραγουδιού Στέλλα. Με ευφάνταστα κωμικά γεγονότα τραβηγμένα στα άκρα μόνο και μόνο για να μπορέσουμε να γελάσουμε με τα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας (ρατσισμός, δικαιοσύνη, θρησκεία, ειδήσεις, παραπληροφόρηση, την υποκουλτούρα) στηλιτεύει τον παράλογο βίο που διάγουμε αλλά προπάντων την σχετικότητα που χαρακτηρίζει την ελευθερία ως έννοια. Οι ηθοποιοί σε μεγάλα κέφια, δίνουν ένα ρεσιτάλ ηθοποιίας ενώ όταν θα βρεθούν στο ίδιο κελί θα επιχειρήσουν να λύσουν τις φιλοσοφικές διαφορές τους μετατρέποντάς το σε πεδίο μάχης. 

Ο μηδενιστής εκδότης, αγανακτισμένος από το χάλι της σημερινής ζωής, θα βρεθεί στη φυλακή με τη θέλησή του αφού θέλει να αποδείξει ότι η ζωή μέσα στη φυλακή είναι καλύτερη από τη ζωή έξω. Ο φορτηγατζής, θύμα των περιστάσεων θα υποστεί την ίδια μοίρα αλλά δεν μπορεί να αντέξει μέσα ούτε δευτερόλεπτο. Όταν όμως θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα επιχειρήματα του εκδότη και την αλήθεια θα επιδείξει ανικανότητα στον προσδιορισμό της ελευθερίας του. Πώς θα βοηθήσει ο ένας τον άλλο για να βγούνε από το αδιέξοδο που έχουν και οι δύο περιέλθει αλλά για διαφορετικούς ο καθένας λόγους; Ο ένας σαν αποτέλεσμα της σκέψης του και της σημασίας που αυτή αποδίδει στα γεγονότα και ο άλλος εξαιτίας των γεγονότων. Θα μπορέσουν τελικά να βρουν γιατί αξίζει να είναι ελεύθεροι; 

Πρόκειται για μια απόδραση από τη μοναξιά μιας φυλακής αυτοδημιούργητης ή επιβαλλόμενης. Μια απόδραση σ’ ένα κόσμο όπου το κάθε άτομο συνειδητά ή ασυνείδητα, ηθελημένα ή αθέλητα συνεργάζεται – συνδημιουργεί – με ολόκληρο το κοσμικό είναι. Σε ένα κόσμο φανταχτερό και θορυβώδη που ο καθένας θα ευχαριστιόταν την πορεία του αλλά κυρίως τα απρόοπτα και τα παράξενα που έχει αυτή να μας προσφέρει με μια παιχνιδιάρικη διάθεση. Ο μηδενισμός και η ολική άρνηση θα γίνουν μια συνεχής και ενθουσιώδης κατάφαση για την ζωή. 

Σκέψου: ο τρόπος που ζεις είναι αυτός ενός ελεύθερου ανθρώπου; Είσαι πιστός σε αυτό που είσαι ή μήπως προσπαθείς συνεχώς να είσαι κάτι άλλο απ’ αυτό που είσαι; Η ιδεολογία πάντα θέτει σκοπούς και συνεπώς μαζί τους και την φυλακή από την οποία πρέπει να απελευθερωθείς – αύριο πάντα και σε έναν άλλο κόσμο. Ίσως για να είσαι τελικά ελεύθερος θα πρέπει να καταργήσεις κάθε σκοπό και κάθε αξία που αποσκοπεί κάπου. Και γιατί μας αξίζει τελικά να είμαστε ελεύθεροι αν όχι για να ονειρευόμαστε μια ζωή όπου θα αποδεικνύουμε με πάθος αυτό που είμαστε στον κόσμο που ήδη υπάρχει. 

Η ταινία είναι «χαμηλού κόστους» αλλά αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από την πρωτοτυπία της καθώς και από τον εκπαιδευτικό της ρόλο. Ο Θ. Μαραγκός είναι ένας από τους λίγους εκείνους ανθρώπους που επιμένουν ηρωικά να κάνουν ταινίες «από το λαό για το λαό» και να λένε με θάρρος την αλήθεια όσο πικρή κι αν είναι. 



Η ταινία ολόκληρη (εδώ).

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

 





Το ντοκιμαντέρ «Μαθήματα από το Παρτέρι», (Lessons from the Flowerbed, 2014, Γερμανία) είναι η προσωπογραφία του José “Pepe” Mujica. Ο ογδοντάχρονος είναι γνωστός ως ο φτωχότερος πρόεδρος στη γη. Πολέμησε τη δεκαετία του '70 ως αντάρτης ενάντια στη δικτατορία της Ουρουγουάης. Διατέλεσε πρόεδρός της από το 2010 ως το 2015. Υπήρξε χαρισματικός και η ζωή του χαρακτηρίστηκε εκκεντρική. 

Το ντοκιμαντέρ ακολουθεί τον Pepe και την γυναίκα του σε διάστημα αρκετών χρόνων. Η σκηνοθέτης Heidi Specogna συνυφαίνει συνεντεύξεις και αρχειακό υλικό με σκηνές από την καθημερινότητα της πολιτικής σκηνής όπως και της προσωπικής τους ζωής. Το ντοκιμαντέρ είναι κατά κάποιο τρόπο η συνέχεια ενός άλλου ντοκιμαντέρ, που συν-σκηνοθέτησε η ίδια το 1997, με τον τίτλο Tupamaros: το αντάρτικο στο οποίο ο Pepe πολέμησε ενάντια στη φτώχεια χωρίς να αποφύγει τη χρήση βίας. Μπορείτε να το δείτε εδώ (Ισπανικά με γερμανικούς υπότιτλους). Πιάστηκε, βασανίστηκε, δραπέτευσε, φυλακίστηκε 4 φορές για περίπου 10 χρόνια εκ των οποίων τα 2 σε απομόνωση σε μια τρύπα στο έδαφος. 

Πλέον το μόνο όπλο του είναι ο λόγος. Και κάθε φορά καταφέρνει να μαγέψει τα πλήθη. Το ίδιο κάνει και στο ντοκιμαντέρ όταν κάθεται στη καρέκλα του κήπου της μικρής του φάρμας εξηγώντας μας με απλά λόγια πως ο καπιταλισμός έχει ριζώσει στην κουλτούρα μας και έχουμε χάσει κάθε επαφή με την ανθρώπινη διάσταση. Στο γραφείο του είναι πολύ λιγότερο απολαυστικός και φαίνεται πιο κουρασμένος. 

Τον χαρακτήρισαν ως  τον φτωχότερο πρόεδρο της γης. Αυτός απάντησε: "Φτωχός δεν είναι αυτός που έχει τα λιγότερα αλλά αυτός που πάντα χρειάζεται περισσότερα". Επειδή κάποιος μπορεί και ζει ταπεινά εμείς τον λέμε φτωχό! Πόσο δίκιο έχει για το ότι ο καπιταλισμός έχει ριζώσει στην κουλτούρα μας…

 


Τον είπαν εκκεντρικό. Γιατί δεν έχει τρόπους όσο αφορά το πολιτικό πρωτόκολλο, όπως δείχνει και η παραπάνω φωτογραφία. Γιατί προτιμά να ζει στο φτωχικό του κτήμα και να οδηγεί έναν σκαραβαίο του 1987 παρά να ζει στο προεδρικό μέγαρο και να έχει μια λιμουζίνα, ενώ ταυτόχρονα δίνει το 90% του μισθού του για τους φτωχούς επειδή δεν το χρειάζεται. Επειδή αρνήθηκε να πάρει προεδρικό τζετ και τα λεφτά τα έδωσε για να πάρουν ένα σύγχρονο ελικόπτερο – ασθενοφόρο από την Γαλλία για τους τραυματίες σε απομακρυσμένες περιοχές. 

Αυτός απαντάει ότι δεν καταλαβαίνει τους πολιτικούς που μόλις πάρουν την εξουσία ξαφνικά γίνονται βασιλιάδες. Αυτά είναι φεουδαρχικά κατάλοιπα ενώ η δημοκρατία υποτίθεται ότι ιδρύθηκε για να μην είναι κανένας «περισσότερο» από κάποιον άλλο. Η καλύτερη ίσως σκηνή της ταινίας είναι όταν σε μια επίσκεψή του στη Γερμανία λέει στην Μέρκελ ότι αυτός έχει σκαραβαίο πριν μπούνε στην τεθωρακισμένη λιμουζίνα. Η έκφραση του προσώπου της και η σιωπή της είναι ανεκτίμητα. 

Τον χαρακτήρισαν επικίνδυνο. Γιατί πήρε ριζοσπαστικές αποφάσεις όπως η αποποινικοποίηση της κάνναβης, το δικαίωμα της έκτρωσης και του γάμου μεταξύ των ομοφυλοφίλων. Ο ίδιος απαντάει ότι όταν επιτράπηκαν τα διαζύγια όλοι μιλούσαν για την καταστροφή του θεσμού της οικογένειας και ότι όσο δεν επιτρεπόταν ήταν σαν βασάνιζαν ανθρώπους χωρίς λόγο. Όσο για τον εθισμό λέει ότι όλα τα πράγματα είναι εθιστικά και κάθε εθισμός είναι κακός εκτός από την αγάπη. 

Ας δούμε και μερικές πτυχές της φιλοσοφίας του. Λέει ότι πρέπει να προσπαθούμε να ζούμε μια ζωή εγκράτειας. Να μάθουμε να ζούμε με αυτά που είναι απαραίτητα και δικαιότερα. Αυτό θα έλυνε και το πρόβλημα των πρώτων υλών. Αφού πλέον μπορούμε να ανακυκλώνουμε τα πάντα όλοι μας θα είχαμε ό,τι θα χρειαζόμασταν. Προς τα εκεί θα έπρεπε να κινείται η παγκόσμια πολιτική αλλά σκεφτόμαστε σαν άνθρωποι και χώρες και όχι σαν είδος. 

Σε σχέση με την οικονομία λέει ότι οι εταιρείες θέλουν να αυξήσουν τα κέρδη τους. Άρα είναι υποχρέωση της κυβέρνησης να μοιράζουν αρκετά από αυτά τα κέρδη στους εργάτες ώστε αυτοί να μπορούν να αγοράσουν τα πράγματα που παράγουν. Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο εδώ: όσο λιγότερη φτώχεια τόσο περισσότερο εμπόριο. Η πιο σημαντική επένδυση που μπορούμε να κάνουμε είναι σε ανθρώπινο δυναμικό. 

Για την προεδρία: "Ο πρόεδρος είναι ένας υψηλόβαθμος επίσημος που εκλέχτηκε για να κάνει μια λειτουργία. Δεν είναι βασιλιάς, δεν είναι θεός. Δεν είναι ο παντογνώστης μάγος της φυλής. Είναι δημόσιος υπάλληλος. Ο ιδανικός τρόπος για να ζει θα ήταν να ζει όπως η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που εκλέχτηκε να υπηρετήσει και να αντιπροσωπεύσει.» Όσο για τους στόχους του σαν πρόεδρος είναι ρεαλιστής: «λίγο λιγότερη αδικία, να βοηθήσω τους πιο αδύναμους και να αφήσω πίσω μου έναν πολιτικό τρόπο σκέψης, έναν τρόπο να κοιτάμε το μέλλον που θα περάσει στους επόμενους να το χρησιμοποιήσουν για να προχωρήσουν κι άλλο μπροστά. Η ζωή κυλά και ο μόνος τρόπος να την επιμηκύνεις είναι άλλοι να συνεχίσουν το έργο σου".

Για την ευτυχία: "Να ζεις σύμφωνα με αυτά που σκέφτεσαι. Να είσαι ο εαυτός σου και να μην προσπαθείς να επιβάλλεις τα κριτήρια σου στους άλλους. Δεν περιμένω οι άλλοι να ζήσουν σαν εμένα. Θέλω να σέβομαι την ελευθερία των άλλων αλλά υπεραμύνομαι της δικής μου ελευθερίας. Και αυτό γίνεται με το θάρρος της γνώμης σου, ακόμη και αν οι άλλοι δεν συμμερίζονται τις απόψεις σου".

 


Μια ιδέα για τον τρόπο σκέψης του μπορείτε να πάρετε από αυτό το μικρό βίντεο που αποτελεί απόσπασμα της συνέντευξής του από ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ, το Human του Yann Arthus-Bertrand (2015) εδώ.

Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο.

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

 




«Όταν ο Βούδας κατέρρευσε από ντροπή» (Buda as sharm foru rikht, Ιράν, 2007) σε σκηνοθεσία της 19χρονης Hana Makhmalbaf είναι μια απίστευτη αλληγορία της σκληρής πραγματικότητας όχι μόνο των γυναικών, όχι μόνο των ανθρώπων που ζουν στο Αφγανιστάν ή το Ιράν (λόγω καταγωγής της), αλλά όλων των αξιοπρεπών ανθρώπων που αναγκάζονται να ζουν κάτω από καθεστώτα και θρησκείες που διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε αυτούς που αξίζουν και σε αυτούς που δεν αξίζουν σεβασμού. Ένας διαχωρισμός που θα έπρεπε να κάνει κάποιον που διαθέτει μια στοιχειώδη λογική και ένα αίσθημα δικαιοσύνης να δυσπιστεί και να μην αποδέχεται αυτήν την εξευτελιστική για όλους τους ανθρώπους κατάσταση.

Βρισκόμαστε στην περιοχή του Αφγανιστάν όπου το 2001 οι Ταλιμπάν ανατίναξαν το μεγαλοπρεπές άγαλμα του Βούδα που δέσποζε για χιλιάδες χρόνια. Ένα 5χρονο κορίτσι που ζει σε αυτές τις σπηλιές ακούγοντας το γειτονόπουλό της να διαβάζει μέσα από ένα τετράδιο μια αστεία ιστορία, μαγεύεται και αποφασίζει ότι πρέπει να μάθει να διαβάζει. Από το σημείο αυτό ξεκινάει μια σύγχρονη οδύσσεια που περιγράφει τις περιπέτειες του μικρού κοριτσιού – πολεμιστή για το δικαίωμα στη μάθηση.

Η σκηνοθέτης, παρά το μικρό της ηλικίας της, χρησιμοποίησε μια μεγαλοφυή ιδέα: αντί να σκηνοθετήσει τις αγριότητες των μεγάλων που ούτως ή άλλως έχουν φτάσει στα μάτια μας από τις οθόνες τηλεοράσεων ή υπολογιστών, δημιουργεί την ιστορία της με ήρωες κυρίως τα μικρά παιδιά. Η ιδέα της αυτή αποδείχτηκε να έχει πολλά πλεονεκτήματα. Καταρχήν δεν δείχνει την αληθινή βία αλλά την εξυπονοεί δείχνοντας την ψυχική βία στην οποία υπόκεινται τα παιδιά. Η βία ίσως μας αγγίζει ακόμα περισσότερο λόγω της αθωότητάς τους που μεταφράζεται σε αισιοδοξία λόγω της πίστης στην καλοσύνη του κόσμου. Μας δείχνει πως αυτός ο επιβαλλόμενος διαχωρισμός επηρεάζει όλους τους τομείς της κοινωνίας παρασέρνοντας στο διάβα του αθώες υπάρξεις. Επίσης αφήνει να φανεί και πως ο πόλεμος συνεχίζει και μετά το πέρας του να επιδρά ανεξαρτήτως σε όλους: άντρες, γυναίκες και παιδιά. Και όλα αυτά τα καταφέρνει εντυπωσιακά με απλό και σεμνό τρόπο, χωρίς τις εντυπωσιακές ανατινάξεις του Χόλιγουντ, χωρίς ακριβοπληρωμένους επαγγελματίες ηθοποιούς, χωρίς «έξυπνους» διαλόγους. 

Φυσικά σε ανθρώπους συνηθισμένους σε ταινίες με τις παραπάνω φιοριτούρες θα φανεί αργή αλλά το κενό που δημιουργείται καλύπτεται με το παραπάνω από την καταπληκτική ερμηνεία των νεαρών παιδιών. Οι εκφράσεις του προσώπου και των ματιών θα σας μείνουν αλησμόνητες. Όλη η δύναμη της ταινίας πηγάζει από τη δύναμη του μικρού κοριτσιού. Την δύναμη της θέλησης σε πρώτο επίπεδο και τη δύναμη της δικαιοσύνης - λογικής σε δεύτερο. Με την πρώτη υπερνικά τη Σκύλα της αδιαφορίας του κόσμου των μεγάλων και καταφέρνει να φέρει σε πέρας την πρώτη της αποστολή που είναι να αποκτήσει τετράδιο για να μπορέσει να πάει στο σχολείο. Με τη δεύτερη θα ξεπεράσει αρχικά το εμπόδιο της Χάρυβδης που είναι οι προκαταλήψεις των παιδιών σχετικά με τις γυναίκες. Και λέω αρχικά γιατί τελικά θα νικηθεί: σ’ ένα κόσμο που –άγνωστο γιατί- έχει επικρατήσει το βάρβαρο παιχνίδι του «όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εχθρός μας» πρέπει να δεχτείς να παίξεις το παιχνίδι ακόμα και αν δε σου αρέσει ή το βρίσκεις ηλίθιο γιατί αλλιώς οι βάρβαροι θα σε ποδοπατήσουν. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο που η παιδική αθωότητα όλων μας χάθηκε μια για πάντα κάνοντας το Βούδα να καταρρεύσει από ντροπή… 

Μια πολύ όμορφη ταινία που σε αναγκάζει να στοχαστείς. Κέρδισε βραβεία στο φεστιβάλ του νέου σινεμά στο Μόντρεαλ, στην Ισπανία και στην Berlinale του 2008. 



Μπορείτε να την δείτε με ελληνικούς υπότιτλους εδώ
Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο.

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016

 


Η Ιρλανδική Διαδρομή (Route Irish, 2007, UK) του Ken Loach, όπως και όλες σχεδόν οι ταινίες του, είναι μια πολιτική διαμαρτυρία με έμφαση σε όλες τις κοινωνικές συνέπειες που το συγκεκριμένο πρόβλημα προκαλεί. Αυτή η ταινία αποτελεί την απάντηση του σκηνοθέτη στον πόλεμο του Ιράκ και αυτά που ακολούθησαν. Θέματα είναι τα εγκλήματα που γίνονται στο όνομα του κράτους, στο όνομα του κέρδους, στην αποκτήνωση του μιλιταρισμού, την εκμετάλλευση της ζωής των φτωχών και αμόρφωτων μαζών ως μισθοφόρων, την επιπόλαια συμπεριφορά στους κατακτημένους πληθυσμούς, την κάλυψη των εγκλημάτων και τα προβλήματα που δημιουργούνται πίσω στην πατρίδα. 
Η Ιρλανδική διαδρομή είναι ο πιο επικίνδυνος δρόμος του κόσμου. Είναι η διαδρομή από το αεροδρόμιο της Βαγδάτης ως την πράσινη ζώνη ασφάλειας στο κέντρο της Βαγδάτης. Ιδιωτικές εταιρίες κάνουν συμβόλαια μεταξύ άλλων με δημοσιογράφους, καλλιτέχνες και εμπόρους για να τους μεταφέρουν με ασφάλεια. Τις αποστολές εκτελούν μισθοφόροι πρώην στρατιώτες που με την λήξη του πολέμου έχουν μείνει άνεργοι και ζαλισμένοι από τις μεγάλες αμοιβές δέχονται χωρίς δεύτερη κουβέντα να παίξουν τη ζωή τους κορώνα-γράμματα ώστε αν τυχόν κερδίσουν να γυρίσουν πλούσιοι πίσω στην πατρίδα αλλά με ψυχολογικά προβλήματα χωρίς να έχουν ποτέ την ελπίδα να βρούνε τον παλιό εαυτό τους. 
Ο πρωταγωνιστής είναι από αυτούς τους τελευταίους «τυχερούς». Έχει γυρίσει στην πατρίδα αλλά μαθαίνει ότι ο καλύτερος φίλος του έχει πεθάνει εκτελώντας την ιρλανδική διαδρομή. Ξεκινά μια έρευνα που εξελίσσεται σε ένα θρίλερ ξεσκεπάσματος μιας βρόμικης συνωμοσίας συγκάλυψης δολοφονιών αθώων πολιτών. Η οργή του, απομεινάρι του πολέμου, ξεσπάει την μανία της στην προσπάθεια για εκδίκηση που ενώ φαίνεται λογική και δίκαιη ως ένα σημείο, τελικά το μόνο που καταφέρνει είναι να αποκαλύψει στον ίδιο την διαφθορά του και το ανέφικτο της επαναφοράς στον παλιό εαυτό του. 
Ο σταθερός συνεργάτης – ερευνητής στις ταινίες του Loach, Paul Laverty, αναφέρει ότι οι μισθοφόροι που εκτελούν τα συμβόλαια ασφάλειας μπορούν να κάνουν κατάχρηση εξουσίας αλλά και να κακοποιούνται οι ίδιοι χωρίς να απαιτούνται εξηγήσεις. Κατά τη διάρκεια της έρευνάς του για την ταινία δεν μπόρεσε να βρει με σιγουριά πόσοι μισθοφόροι δουλεύουν, πόσοι έχουν σκοτωθεί ή τραυματιστεί και πόσους Ιρακινούς έχουν σκοτώσει. Ειδικά οι δολοφονίες των τελευταίων καλύπτονταν από έναν νόμο «Διαταγή 17» η οποία επιβλήθηκε από την Αμερική το 2003 και καταργήθηκε το 2009 και η οποία αποτελούσε έναν μανδύα ατιμωρησίας από την Ιρακινή δικαιοσύνη. Στην ουσία σήμαινε πρώτα πυροβολούμε και μετά ξεχνάμε να ρωτήσουμε ερωτήσεις. Εξάλλου μια τέτοια λίστα θα προσκαλούσε σε λεπτομερείς ελέγχους και καμιά από τις ιδιωτικές εταιρείες δεν θα ήθελε κάτι τέτοιο. 
Οι νεκροί, λοιπόν, δεν υπήρχαν σε καμία λίστα και γυρνούσαν σε πορτοκαλί φέρετρα χωρίς τιμές και χωρίς εξηγήσεις. Οι ζωντανοί μισθοφόροι που συνάντησε ποικίλαν: άλλοι σοβαροί, επαγγελματίες με σεβασμό στους ντόπιους και απέχθεια για τους «καουμπόηδες» συναδέλφους και άλλοι ψυχολογικά ασταθείς με τραυματικές εμπειρίες των οποίων οι αποφάσεις και οι πράξεις ήταν το λιγότερο ύποπτες. Οι ιδιωτικές εταιρείες με κέρδη εκατομμυρίων μπορούσαν να κερδίζουν ακόμα περισσότερα όταν μπορούν να κάνουν ότι θέλουν χωρίς να έχουν να δώσουν λογαριασμό φυσικά αποζημιώσεις σε κανένα. Και το χειρότερο είναι ότι ολοένα κερδίζουν έδαφος παίρνοντας περισσότερες δουλειές από στρατούς και ΜΚΟ. Έχουν διαφήμιση από τα ΜΜΕ και φυσικά προσωπικό από πρώην υπουργούς. Φυσικά μιλούν για «αποτελεσματικότητα», «διαφάνεια» και «ανοικοδόμηση εθνών» αλλά γνωρίζουμε ότι αυτή η πλαστική γλώσσα εννοεί κέρδος και «μυρίζει» θάνατο. 
Δεν είναι η καλύτερη ταινία του Ken Loach όμως αξίζει την προβολή της για την έμφαση που δίνει στην πνευματική ερήμωση που προκαλεί ο άθλιος απόηχος του πολέμου στο Ιράκ.
Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο.

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016

 




Η ταινία Περηφάνεια (Pride, UK, 2014) του σκηνοθέτη Matthew Warchus, καταφέρνει με χιούμορ και συναίσθημα να εμπνεύσει, να ψυχαγωγήσει και να μορφώσει πάνω σε πληθώρα σημαντικών ζητημάτων σε προσωπικό, πολιτισμικό και πολιτικό επίπεδο. Χωρίς να γίνεται βαρετή σε κανένα σημείο της. Τα θέματα που επεξεργάζεται είναι η προκατάληψη, η ανεκτικότητα, η διαφορετικότητα, η περηφάνεια και η αλληλεγγύη. Κυρίως τα τελευταία δύο με έναν αναπάντεχο συνδυασμό που έχει πολλά να μας διδάξει. 

Είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Αγγλία την εποχή της Θάτσερ. Πρόκειται για μια εξαιρετική αναπαράσταση των γεγονότων που μας δείχνουν ένα κομμάτι πολιτικής και κοινωνικής ιστορίας της Αγγλίας που φυσικά η άρχουσα τάξη έχει επιμελώς θάψει με ελάχιστες ως και μηδαμινές αναφορές, για λόγους που θα αναλύσουμε παρακάτω. 

Βρισκόμαστε στο 1984 όπου οι ανθρακωρύχοι απεργούν αντιδρώντας στα σχέδια της κυβέρνησης για κλείσιμο των ορυχείων. Φανταστείτε την βιομηχανοποιημένη εδώ και σχεδόν 2 αιώνες Αγγλία να αφαιρεί τη δουλειά 142 χιλιάδων ανθρώπων που έδωσαν κυριολεκτικά τη ζωή τους για την ανοικοδόμησή της χωρίς τίποτα για αντάλλαγμα. Με σκοπό φυσικά την αποδυνάμωση των συνδικάτων και την μετέπειτα ιδιωτικοποίηση των ορυχείων. 

Ταυτόχρονα μια άλλη ομάδα ανθρώπων που βιώνουν την προκατάληψη (aids) και τον εξευτελισμό στη δημόσια και ιδιωτική ζωή τους, προσπαθούν να οργανωθούν δημιουργώντας την ένωση Ομοφυλοφίλων (LGBT). Ο νεαρός γκέι αρχηγός τους, ένα καταρχήν πολιτικό ον, θα συναισθανθεί ότι η εξουσία συμπεριφέρεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και στις δύο ομάδες και θα συλλάβει ένα τρελό σχέδιο: την συγκέντρωση χρημάτων για την βοήθεια των ανθρακωρύχων. Η Ένωση Ομοφυλοφίλων θα γίνει οι Ομοφυλόφιλοι Υποστηρίζουν τους Ανθρακωρύχους (LGSM) και θα καταφέρει, εκτός από την συμπαράσταση που θα συμπαρασύρει και άλλους, να μαζέψει 11000 στερλίνες. Τα προβλήματα όμως δε λείπουν: το συνδικάτο δεν δέχεται να συσχετιστεί δημοσίως με μια τέτοια ομάδα ανθρώπων. Όμως οι ακτιβιστές δε το βάζουν κάτω˙ αποφασίζουν να δώσουν απευθείας τη δωρεά τους σε ένα μικρό χωριό ανθρακωρύχων της Ουαλίας, που θα οδηγήσει στην πιο παράξενη, πετυχημένη και συγκινητική ιστορία αλληλεγγύης ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο κοινότητες. 

Ο Emile Durkheim, ένας από τους πατέρες της επιστήμης της κοινωνιολογίας έγραφε ότι οι τύποι της κοινωνικής αλληλεγγύης σχετίζονται με τους τύπους της κοινωνίας. Ο Durkheim εισήγαγε τους όρους «μηχανική» και «οργανική αλληλεγγύη» στο πλαίσιο της θεωρίας του για την ανάπτυξη των κοινωνιών στο έργο του "Ο Καταμερισμός της Εργασίας στην Κοινωνία" (1893). Σε μια κοινωνία που παρουσιάζει μηχανική αλληλεγγύη, η συνοχή και η ολοκλήρωση της, προέρχεται από την ομοιογένεια των ατόμων-οι άνθρωποι αισθάνονται συνδεδεμένοι μέσα από παρόμοιες εργασίες, εκπαίδευση και θρησκευτική κατάρτιση, και τον τρόπο ζωής. Η μηχανική αλληλεγγύη λειτουργεί κανονικά σε "παραδοσιακές" και μικρής κλίμακας κοινωνίες. Η οργανική αλληλεγγύη προέρχεται από την αλληλεξάρτηση που προκύπτει από την εξειδίκευση της εργασίας και της συμπληρωματικότητας μεταξύ των ανθρώπων, μια ανάπτυξη που παρατηρείται σε "σύγχρονες" και "βιομηχανικές" κοινωνίες. Είναι στην ουσία κοινωνική συνοχή με βάση την εξάρτηση που έχουν τα άτομα μεταξύ τους σε πιο προηγμένες κοινωνίες. Παρά το γεγονός ότι τα άτομα εκτελούν διαφορετικά καθήκοντα και συχνά έχουν διαφορετικές αξίες και ενδιαφέροντα, η τάξη και η αλληλεγγύη της κοινωνίας εξαρτάται από την εξάρτησή τους το ένα από το άλλο, για την εκτέλεση των συγκεκριμένων καθηκόντων τους.

Με παραδείγματα της εποχής μας μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή τη διαφορά μεταξύ μηχανικής και οργανικής αλληλεγγύης και γιατί όχι να φτιάξουμε μια άλλη ακόμα πιο μεγάλη. Για παράδειγμα η «αλληλεγγύη» της ΧΑ είναι μηχανική: περιλαμβάνει ένα μικρό χώρο (Ελλάδα) και η συνοχή της προέρχεται από το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία και τις παραδόσεις. Βασίζεται όμως σε μια οπτική που αρνείται να δει την μεγαλύτερη εικόνα και γίνεται μια θεωρία μίσους μόλις βγει από τα στενά όριά της, και γι’ αυτό τη βάζουμε σε ομοιωματικά. 

Ένα καλό παράδειγμα της οργανικής θα ήτανε όταν όλοι οι εργαζόμενοι παραστέκονταν σε μία απεργία μιας ομάδας εργαζομένων αφού βλέπουν ότι η εξουσία χτυπά μεμονωμένα τις ομάδες και είναι νομοτελειακό κάποτε να φτάσει και η δικιά τους σειρά, κάτι φυσικά που δεν έγινε στην Ελλάδα των συντεχνιών. Ας ονομάσουμε την αλληλεγγύη της ταινίας «ανόργανη»: εδώ μιλάμε για δύο τελείως διαφορετικές ομάδες, με διαφορετικούς στόχους αλλά με έναν κοινό εχθρό, την εξουσία και την σκληρότητά που αυτή επιδεικνύει στους αδύναμους. Πλέον, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ας μας επιτραπεί να κάνουμε ένα άλμα πέρα από τα στενά όρια του έθνους και να ορίσουμε την «φυσική» ως την αλληλεγγύη των λαών με στόχο την ανοικοδόμηση ενός κόσμου ασφαλέστερου και ευημερούντος. Είναι επιτακτική η ανάγκη για μια αλληλεγγύη που θα είναι το θεμέλιο για λύσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. 

Ας αναφέρουμε και κάποιους από τους λόγους για τις ελάχιστες αναφορές σε αυτό το πραγματικά αξιοζήλευτο παράδειγμα αλληλεγγύης της ταινίας. Η σύμπραξη διαφορετικών ομάδων είναι το μόνο όπλο, σε μια εποχή που η δημοκρατία είναι ένας βιασμένος όρος, για την πολιτική αλλαγή που απαιτείται και είναι παραπάνω από οφθαλμοφανής. Ένα δάκτυλο έχει τη δύναμη ενός δακτύλου όμως τέσσερα ενωμένα με τον αντίχειρα έχουν τη δύναμη της γροθιάς. Αυτός είναι και ο λόγος που η άρχουσα τάξη απεχθάνεται την αλληλεγγύη και προσπαθεί να την υποβιβάσει σε ένα είδος φιλανθρωπίας που το μόνο που καταφέρνει είναι να ταπεινώνει και να κρατά τις εξαθλιωμένες μάζες ένα βήμα πριν τον ξεσηκωμό απλά για να μην προκαλέσει στους υπόλοιπους την νοητή σύνδεση με την υπαιτιότητα της εξουσίας. 

Τέλος για τον τίτλο της ταινίας και την πιθανή σύνδεσή του με τους ομοφυλόφιλους (βλ. Gay Pride) ας πούμε δύο λόγια γι’ αυτή την περηφάνια που εννοεί πραγματικά η ταινία. Είναι η περηφάνια του Ανθρώπου να μην δέχεται την προσβολή στο πρόσωπό του είτε αυτή αφορά τον ίδιο και την δυνατότητα του να ζήσει μια δημιουργική ζωή είτε αφορά την καταπίεση άλλων, στην οποία εμείς εκόντες ή άκοντες συνεργαζόμαστε. Η απελευθέρωση μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με εκείνη κάθε άλλου όντος στον πλανήτη, κάτι που γνωρίζουμε πολιτικά, πνευματικά αλλά και στο βάθος της καρδιάς μας. Όπως είπε και η Sara Ahmed, «Η αλληλεγγύη δε θεωρεί ότι οι αγώνες μας είναι οι ίδιοι αγώνες, ή ότι ο πόνος μας είναι ο ίδιος πόνος, ή ότι η ελπίδα μας είναι για το ίδιο μέλλον. Η αλληλεγγύη περιλαμβάνει δέσμευση και εργασία, καθώς και την αναγνώριση ότι ακόμη και αν δεν έχουμε τα ίδια συναισθήματα, ή τις ίδιες τις ζωές, ή τα ίδια σώματα, ζούμε σε κοινό έδαφος». Αυτή η ταινία υμνεί το ανεκτίμητο συναίσθημα του να πολεμάς έναν μεγαλύτερο εχθρό και ξαφνικά να βρίσκεις ότι είχες κάποιο φίλο που δεν ήξερες καν ότι υπήρχε. Είναι πραγματικά από τις λίγες ταινίες που μπορούν να αναπτερώσουν την κλονισμένη πίστη στην ανθρωπότητα. 
Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο.