ΠΡΟΣΦΑΤΑ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΠΑΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΠΑΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

 Μάνος Χατζιδάκις (1925 - 1994)


Από τα Σχόλια του Τρίτου
[Β.9] Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε.

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και ή πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει ή ομορφιά.
Ο Φρανκενστάιν έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι Ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι ολομόναχο χορεύει με πάθος ένα ταγκό ελλειπτικό. Δεν υπάρχει Μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος και αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των εξαφανισθέντων, βασανισθέντων και νεκρών. Και το ταγκό να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στις φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της Γης. Εκατομμύρια περισσότεροι απ’ όσους εννοούνε ν’ αντιδράσουνε στο τέρας, και εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στις αγροτικές ερημιές.
Από την ώρα πού ο Φρανκενστάιν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι πού σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται
Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τι να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, πού όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;
Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και ή ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, πού προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.
Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς. Κι ο εχθρός γεννιέται, δεν γίνεται. Μας παρακολουθεί απ’ το σχολείο, σαν ήμασταν παιδιά, κι επιζητεί τον εξαφανισμό μας. 
Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν ή πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
- Πως λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω καί τόν κοιτώ στα μάτια. 
Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, πού με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

Ή μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, πού επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα να προφυλλαχτούν από τις πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, και την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη ορθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στο μεταξύ και η εφαρμογή του Οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, η μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζή.
Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Σαίξπηρ, Σίλλερ και Αισχύλο, μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τας μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις Τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Ή κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο.
Το ερώτημα περνάει απ’ τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;
Θυμάστε τι έγινε στην «Ερωφίλη», από την προηγούμενη φορά. Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε η μορφή ενός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα, εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπο του η μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.
Αυτό σημαίνει πώς ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πώς δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.

(Κυριακή, 30.7.1978)

Παρασκευή 28 Απριλίου 2017





Χρόνης Μίσσιος, 1991, σελ. 73-76, «Τα κεραμίδια στάζουν»

«Τα κόμματα μας τελείωσαν, Μιχάλη. Χωρίστηκαν κι αυτά σε κεφάλι και κορμί, σε αρχηγούς και οπαδούς. Μόνο όσοι γουστάρουν να ασκούν εξουσία και να εξουσιάζονται, όσοι νοιώθουν μοναξιά και ανασφάλεια, ανήκουν πλέον στα κόμματα, από κοινωνικές εκφράσεις έγιναν κοινωνικά εκτοπλάσματα. Δεν διακονούν την κοινωνία, δεν την απελευθερώνουν, επιβλήθηκαν στην κοινωνία και την δολοφονούν. 

Είναι πολύ εύκολο, ξέρεις, και αφάνταστα ανακουφιστικό, να εκχωρείσαι, να απαλλάσσεσαι από πάσαν ατομικήν ευθύνην. Κι εδώ που τα λέμε, τα αδιέξοδα όπου μας οδήγησαν -και που με κομπασμό τα ονομάζουν «πολιτισμό» – οι επιλογές του ανθρώπου, εξαντλούνται ανάμεσα στον αφηρημένο λόγο του αρχηγού, που καλύπτει όλη την τραγικότητα και την κτηνωδία της πραγματικότητας, στη λατρεία των συμβόλων, στο ανάκλιντρο του ψυχαναλυτή και στο ζουρλομανδύα… 

Η απόλυτη ταύτιση της εξουσίας -σκοπών, μέσων και μεθόδων- με μοναδικό σκοπό πως θα κατακτήσουν μεγαλύτερο κομμάτι εξουσίας και περισσότερους οπαδούς, πως θα βάλουν τις «μάζες» να δουλέψουν καλύτερα, κατατρώγωντας τα σωθικά τους και δολοφονώντας τη μήτρα που της γέννησε, είναι η κοινή τους συνισταμένη… 

Το όνειρο εκατομμυρίων ανθρώπων που βίωσαν την πιο βάρβαρη εξουσία των πιο υψηλών ιδανικών: ένα μπουκάλι κόκα κόλα… Γεμίσαμε από λέξεις που δεν κοστίζουν τίποτα πια, μαρμαρωμένες στο παρελθόν από την κακιά μάγισσα της εξουσίας. Ποιος θα τις λευτερώσει; ποιος θα τις αναστήσει; ποιος θα τις καθαρίσει από τον τρόμο, την οδύνη και την απάτη;… Γεμίσαμε από «επαναστάτες» – είναι της μόδας, βλέπεις, δεν κοστίζει τίποτα. Μα όταν μια ζωή η μόνη σου έγνοια είναι πως θα λαδώνεις την προπέλα που σου βάλανε στον κώλο το σύστημα και οι αρχηγοί, είσαι ένα πια…

Ποιος θα πληρώσει την πίκρα των κομμουνιστών, που μπροστά στον τάφο, δεν έχουν ένα τοπίο να ακουμπήσουν την τρυφερότητά τους;… Μερικοί βολεύτηκαν: «Δεν φταίνε οι ιδέες, μα οι συνθήκες». Μάλιστα. Εν ονόματι του μαρξισμού και του «επιστημονικού σοσιαλισμού». Καημένε Προυντόν, καημένε Όουεν, καημένε Μπακούνιν και όλοι εσείς που δεν σας επιτρέψαμε να φέρετε στην επανάσταση το άρωμα της ευαισθησίας, της φαντασίας και του παραλόγου… Όχι, δεν ανήκω πουθενά, ούτε ψηφίζω πια. Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν, δε θέλω να είμαι αρεστός σε κανέναν, μιας και δε θέλω να πείσω κανέναν, δε θέλω να σώσω κανέναν, δε θέλω καμία νίκη. Είμαι ευτυχής. Δεν έχω καμία πρόταση, δε φοβάμαι καμία απόρριψη, παρά μόνον εκείνη στα μάτια των γυναικών… Μπα, μη θαρρείς πως είμαι λεύτερος. Άλλωστε, ούτε ξέρω πια τι θα πεί η λέξη που στ’ όνομά της θυσιάστηκαν τα υψηλότερα συναισθήματα, αλλά που κάθε αγώνας για την κατάκτησή της παγίωνε την αναίρεσή της, εμπεδώνοντας, όλο και πιο αποτελεσματικά, όλο και πιο πλατιά, την εξουσία μέσα στην κοινωνία. Θαρρώ πως δεν μπορούμε να μιλάμε πια για ελευθερία, αλλά για μια απελευθέρωση… Ναί… πρέπει να αποκαταστήσουμε τη ζωή μέσα μας. Χωρίς μια βαθιά επανάσταση του είναι μας, αν δεν ξεράσουμε όλη τη φιλοσοφική και ιδεολογική σαβούρα που μας τάισε ο «πολιτισμός», δεν πρόκειται να πετάξουμε προς πουθενά… Μην περιμένεις, σου είπα, δεν έχω καμία πρόταση, ούτε γλώσσα να σου μιλήσω. Ένα νεκροταφείο ο λόγος, οι λέξεις με προδίδουν, με παραπέμπουν ξανά στο παρελθόν, στις λογικές κατασκευές του οράματος. Αλλά εμείς ποτέ δεν υπήρξαμε «λογικοί», ποτέ δεν ήμασταν ωφελιμιστές. Γιατί, τότε, τι σκατά ζητάγαμε στα μπουντρούμια, στα βασανιστήρια και στα εκτελεστικά αποσπάσματα, χωρίς να πιστεύουμε στο ουρί του παραδείσου; Εμείς, οι υπερασπιστές της ευτυχίας και λάτρεις της ζωής και της ελευθερίας;Γιατί δεν κάναμε και μείς τον κοριό, ώσπου να ‘ρθει η μέρα να μας θάψουνε να ησυχάσουμε;…

Όχι! Εμείς που φτάσαμε ως τα έσχατα, πρέπει να ζορίσουμε το μυαλό και το κορμί μας να φτάσει ως την ύψιστη τρέλα της απόλυτης άρνησης, και μέσα από τη φωτιά της εσωτερικής μας αντίστασης να αναστήσουμε την αισθαντικότητά μας. το νόημα και τον αισθησιασμό της ζωής μας… Μπορούμε να το κάνουμε; Να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες της ζωής μας; Ιδού το μέγα φιλοσοφικό ερώτημα της εποχής μας… Χιλιάδες εξεγέρσεις, επαναστάσεις, πόλεμοι, πραξικοπήματα, μεταρρυθμίσεις, τεχνολογικές επαναστάσεις, και η ζωή μας κατάντησε μια τραγική περιπέτεια μέσα στην κρεατομηχανή της εξουσίας. Απολέσαμε το «υπαρξιακό μας πρόβλημα», που θα μας βοηθούσε να επαναστατήσουμε ή να τρελαθούμε. Το αίτημα της ατομικής μας ολοκλήρωσης, της εμπραγμάτωσης, της αισθησιακής και συναισθηματικής μας αρμονίας, γίνεται όλο και πιο ανέφικτο, όλο και πιο συρρικνωμένο… Δεν είναι πια δυνατόν να συνεννοηθούμε με ιδεολογίες, αλλά μέσα από την ατομική συμπεριφορά και πράξη, τη συλλογική μας συν-κοινωνία, τη συνεργασία, τη συλλογική μας συν-αρμονία, την ατομική μας συν-διαφορετικότητα. Ο λόγος, εσωτερικά φαγωμένος, όπως και η ζωή μας, δεν είναι πια ικανός για συν-κοινωνία. Οι λέξεις χωρίς μνήμη και ευθύνη, σέρνονται στην καθημερινότητα, κουρέλια χωρίς σώμα, που τα παίρνει ο άνεμος, όπως τις ξεσκισμένες αφίσες των κομμάτων και των σωματείων… Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε διαφορετικά, παρά μόνο μέσα από την αγάπη, την τρυφερότητα του χαδιού, το ερωτικό μας βλέμμα. Από την επαφή μας με την γη, με τη φύση, θα ξαναγεννηθεί ο καινούριος λόγος της ατομικής ευθύνης και μνήμης.

– Άρα έχεις πρόταση…

-Όχι, μα θαρρώ πως μια μέρα θα ξανανταμώσουμε και με τον εαυτό μας, και με τον διπλανό μας, και με τον κόσμο… Σκέφτομαι πως η κινητήρια δύναμη της ζωής είναι η αναζήτηση της χαράς, της ηδονής, της απόλαυσης. Αυτό το βλέπεις με την πρώτη ματιά γύρω στη φύση, αν τα μάτια σου είναι ακόμα κατοικημένα από τις αισθήσεις. Ζωή, ηδονή, χαρά θάνατος, είναι μια αδιατάρακτη ταυτότητα, κι αυτό είναι ένας σημαντικός λόγος αισιοδοξίας… Το λάθος των επαναστατικών κινημάτων ήταν πως αναζήτησαν τις νέες πολιτισμικές αξίες σ’ έναν πυρήνα δυστυχίας. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις, μα θέλω να πώ πως, αντί να κηρύξουμε την απόλαυση της ζωής, κηρύξαμε την ισότητα στα καταναλωτικά αγαθά. Αντί την απελευθερώση από την πολυπλόκαμη εξουσία, την ελευθερία του συνέρχεσθαι… Έτσι, από επαναστατικοί καταλύτες γίναμε απόστολοι-εξουσία του κερατά. Η αναζήτηση αυτής της «ευτυχίας» μας οδήγησε στην ίδια αντίληψη για τη ζωή, στον ίδιο τρόπο σκέψης και τρόπο ζωής, με τον καπιταλισμό, που θέλαμε να ανατρέψουμε. Ήταν φυσικό λοιπόν, ύστερα από μια δραματική και τραγική περιπλάνηση, να ξανανταμώσουμε με τον καπιταλισμό, και μάλιστα ως υπανάπτυκτοι ή ξεπεσμένοι πρίγκηπες, αλλά με εκατομύρια νεκρούς Δον Κιχώτες που, ποιός ξέρει, ίσως τούτη τη στιγμή τα θαμμένα κοντάρια τους πετάνε τα πρώτα βλαστάρια τους μέσα στη γη… Αλλιώς… δες τα, αν αφαιρέσεις τις λέξεις και τα συνθήματα, όλα τα άλλα είναι απελπιστικά όμοια… Μα τι περιμένεις, σαν ο Μάρξ, που ήθελε να λευτερώσει τον κόσμο, δεν μπόρεσε να λευτερώσει τον εαυτό του… Το ξέρεις δα πως ήταν «μοίχος», γαμούσε κρυφά την υπηρέτριά του, δηλαδή και αφεντικό με δούλα και υπόδουλος στην παντρειά… Μα πώς αλλιώς, αφού στην φιλοσοφική του ανάλυση «ξέχασε» το «συνουσιάζομαι άρα υπάρχω» και το αντικατέστησε με την μαλακία του Καρτέσιου: «σκέφτομαι άρα υπάρχω…» Κι αφού μόνο εμείς «σκεφτόμασταν», εμείς υπήρχαμε, κι όσο σκεφτόμασταν, τόσο χάναμε την επαφή μας με τη ζωή…»


Πηγή: Εναλλακτικός

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

 
Octave Mirbeau** (1848-1917)

Είχα απομακρυνθή μόνος εις ένα δάσος του Gabon, άοπλος. Και προχωρούσα εις την τύχην ανάμεσα εις ωραίαν έκτασιν, γεμάτην  χλόη και άνθη.
Έξαφνα, δύο βήματα μπροστά μου είδα ξαπλωμένο κοντά εις το δένδρο έναν θεώρατο γορύλλα… Ετρόμαξα… ήθελα να φύγω, αλλ’ ο φόβος μ’ εκάρφωσε στο έδαφος… Δεν ημπορούσα να κάμω βήμα… τα δόντια μου έτριζαν από τον φόβο.
Εν τούτοις παρά την τρομακτικήν όψιν του, καμμία εχθρότητα ή άγριον ένστικτον, ούτε οργήν μου έδειχνε το τεράστιον ζώον. Ήτο εις γέρων γορύλλας ήσυχος και δυνατός και ο οποίος τουλάχιστον προς στιγμήν είχεν έκφρασιν ειρηνικήν. Όταν μου πέρασεν ο φόβος μου εφάνη ότι το φοβερόν ζώον με παρετήρει με πατρικήν περιέργειαν.
- Πλησίασε, μου είπε. Μη φοβείσε καθόλου.
Έκαμα κάποιο βήμα προς αυτόν και οι δυο μας εκαθήσαμεν εις τα πόδια του δένδρου επάνω εις μίαν ρίζαν του. Ο γορύλλας μ’ εκύτταξε κάμποσιν ώρα χωρίς να ομιλήση. Έπειτα μ’ εψηλάφησε τα χέρια, τα πόδια, τον θώρακα… και με τόνο ευσπλαγχνικό, ανάμικτο με ζηλοτυπία, ίσως περιφρονητικώς, με ηρώτησε:
- Λοιπόν, συ είσαι ο άνθρωπος;
- Ναι, απήντησα εγώ, ολίγον εντροπαλός.
-Δεν είσαι ώμορφος, μου είπε.
Έπειτα από ολίγη σιωπή εξηκολούθησε.
- Πώς είσαι μικρός! οι μυς σου είναι μαλακοί, τα κόκκαλά σου εύθραυστα, τα μπράτσα σου κοντά… Και τι πράγμα είνε αυτό το λείο δέρμα το οποίον φλογώνει και με το παραμικρότερο τσίμπημα της σκνίπας; Και πώς ημπορείς ν’ αναπνεύσης τον αέρα γεμάτον από δηλητήρια, τα οποία εξέρχονται από αυτό το δάσος, με ένα στήθος τόσο δα στενό;
Εκούνησε το κεφάλι του και επανέλαβε πάλιν με τόνον απείρου λύπης:
- Λοιπόν, συ είσαι ο άνθρωπος;
Και προσέθεσε:
- Δεν είμαι υπερήφανος δια σε.
Εγώ δεν εγνώριζον τι να ειπώ, αλλ’ ο γορύλλας μ’ έβγαλε απ’ αυτήν την στενοχώρια και με ευγένεια με διέκοψε:
- Ας ιδούμεν, μου είπε, τι έκαμες από την ημέραν…
- Ποια ημέρα;
- Από την ημέρα όπου εις μίαν στιγμή τρέλλας έκαμα να εξέλθη από μένα η κατηραμένη αυτή ανθρωπίνη φυλή.
- Αλλοίμονον, απήντησα εγώ, έκαμα πολλά πράγματα.
- Πολλά πράγματα κακά, δεν είνε αλήθεια;
- Δεν υπερηφανεύομαι πολύ.
- Ειπέ μου τίποτε απ’ όσα έκαμες.
- Τι, θέλεις να γελάσης μαζή μου, του είπα, συ ο οποίος φαίνεσαι ότι έχεις θαυμάσιαν σοφίαν;
- Ίσως, διότι δεν είμαι υποχρεωμένος να κλαίω… Εμπρός, ομίλει…
- Ε, λοιπόν, αφού το θέλεις, άκουσε. Αφ’ ότου ήρχισα να φυτρώνω εις τη γην… είχα την ιδέαν να δημιουργήσω θρησκείας και πατρίδας… ανεκάλυψα παππάδες και στρατιώταις δια να υπηρετήσω τους πρώτους και διατηρήσω τους δεύτερους.
- Ναι, ο πόλεμος!.. Συ ανεκάλυψες τον πόλεμον… ενώ ηδύνασαι να ζης τόσον ελεύθερα όπως κι εγώ ζω εις τα ωραία δάση, εις τας όχθας των λιμνών, ανάμεσα εις την φύσιν, όπου πανταχού ευρίσκονται καρποί εύχυμοι, το καθαρόν ύδωρ των πηγών και οι μαλακοί τάπητες των ανθέων δια να αναπαύησαι και να κοιμάσαι. Οποία κτηνωδία!..
- Αλλοίμονον! επίστευσα ότι θα είχεν ανάγκη να μείνη ο άνθρωπος εις το ψεύδος και τον φόβο, δια να τον εκμεταλλεύομαι…
- Α, βλάκα… έκαμες ένα ωραίο παιχνίδι έτσι… Δεν γνωρίζω ακριβώς εκείνα, τα οποία ονομάζεις συ πατρίδας και θρησκείας, αν και αυταί άφησαν μέχρις αυτού του εδάφους τα αιματηρά ίχνη των διαβάσεών των φονικότερα της πανούκλας και του κιτρίνου πυρετού… Όσον αφορά τους ιερείς σου και τους στρατιώτας σου εγώ τους γνωρίζω. Έρχονται κι εδώ καμιά φορά. Οι μεν προτείνουν περίεργα ξύλινα, τα οποία ονομάζουσι σταυρούς, οι δε ξεκοιλιάζονται με ξίφη… Φονεύουν παν ό,τι συναντούν, ανθρώπους, ζώα, φυτά… Δεν είδα ποτέ μου τίποτε τόσο βδελυρόν. Φαίνονται ό,τι σύρονται δεν ηξεύρω κι εγώ από τι τρέλλαν καταστροφής και σφαγής…
Εγώ κατέβασα το κεφάλι.
- Είναι αλήθεια, είπα… δεν είχα καλό ποδαρικό… επειδή κατά συνέπειαν των δύο αυτών θεομηνιών, τας οποίας ανεκάλυψα και έρριψα εις τη γην, η ανθρωπότης -η οποία εξήλθε από σε- δεν υπήρξε άλλο παρά μια μακρά και παρατεταμένη φωνή λύπης…
Ο Γορύλλας είχαν εξαγριωθή πολύ. Εστέκετο και με κυτούσε στα μάτια, κάμνων κάποτε μεταξύ των τρομερών οδόντων του καμμίαν κωμικήν μιμικήν κίνησιν ανάμικτον μετ΄ οίκτου:
- Α! βλάκα: βλάκα!
Και μετ’ ολίγον:
- Ας ίδωμεν μου είπε. Θέλεις λοιπόν να εξακολουθής να ζης έτσι εις την τρέλλαν, εις το έγκλημα, εις τα βάσανα!
- Τι θέλεις να κάμω;
- Χάλασε μια φορά ακόμη, ανόητε άνθρωπε ό,τι κατασκεύασες…
- Είνε πολλά τώρα.. είνε αδύνατο…
Από τη μία άκρη έως την άλλη η ανθρωπότης έχει δηλητηριασθή από τα ψεύδη και τας προλήψεις, είνε δεμένη με διπλή άλυσο, την οποίαν εγώ ο ίδιος κατασκεύασα με τα χέρια μου..
Είνε πολύ αργά…
Ο γορύλλας εσήκωσε τους πλατείς ώμους του και με φωνήν τραχείαν είπε:
- Διατί δεν θέλεις; διότι δεν έχεις ούτε θάρρος, ούτε ενέργειαν. Διότι η καρδία σου είνε τόσον δειλή όσον το σώμα σου ασθενές… τέκνον έκφυλλον. Εγώ δεν είμαι παρά ένας γορύλλας… ένας πτωχός διάβολος του γορύλλα και ηξεύρω ολίγα πράγματα περί της ιστορίας σου και της ηθικής σου… Αλλ’ η φύσις μ’ εδίδαξε να εννοώ τα πράγματα… Οι ιερείς σου και οι στρατιώται σου δεν είναι παρά φαντάσματα -εγώ σου το λέγω- και συγχωρημένοι να είνε. Ρίψε εις τας σκοτεινάς όψεις των μίαν μόνην ακτίνα της θαυμασίας αυτής αληθείας η οποία υπάρχει πανταχού εις τους δρόμους, η οποία περιτρέχει ελευθέρως εις την φύσιν και η οποία φαίνεται από τα κατώτερα ζώα… και τα φαντάσματα θα λείψουν!
- Θα χρειασθή πολύς, πολύς καιρός και εγώ είμαι κουρασμένος.
- Βάλε το χρόνο που χρειάζεται.
Δεν ηθέλησα να μένω εις την ελεεινήν εντύπωσιν, την οποίαν μου επροξένησαν αι εκμυστηρεύσεις του γορύλλα. Ησθανόμην την ανάγκην να υπερηφανευθώ δια το πνεύμα μου. Και με ευγενή χειρονομία επανήρχισα.
- Έκαμα πράγματα θαυμάσια…
Αλλ’ ο γορύλλας με διέκοψε και με όλον το επιβλητικόν ύφος του προσώπου του μ’ εσταμάτησε γρήγορα τας νευρικάς χερονομίας.
- Σιώπα, είπε. Δεν θέλω να μάθω τα θαυμάσια πράγματα τα οποία έκαμες. Επειδή, εν όσω δεν ηλευθερώθης από τας θρησκείας σου και τας πατρίδας σου και από παν ό,τι συνδέεται με αυτάς, δεν έκαμες τίποτε…
Σιώπα… και φάγε.
Τότε ο γορύλλας επήρε από πίσω από το δένδρο τους χαριτωμένους και μυρωδάτους καρπούς του, τους οποίους είχε κόψη από το πρωί μέσα εις το δάσος και μου τους προσέφερε.
Εγώ τους κατεβρόχθισα χωρίς λέξι.

(Εκ του γαλλικού)
Λάρισα
_______________________________________
*Δημοσιεύτηκε στην εργατική-σοσιαλιστική εφημερίδα του Βόλου “Εργάτης-Γεωργός” τεύχος 73, 9 Ιούνη 1911. Ο μεταφραστής φέρεται ότι ήταν από τη Λάρισα, αλλά μας είναι άγνωστος. Μεταφέρεται εδώ στην αρχική καθαρεύουσα αλλά χωρίς το πολυτονικό σύστημα.

**Ο Octave Mirbeau (1848-1917) ήταν Γάλλος αναρχικός συγγραφέας, κριτικός τέχνης και δημοσιογράφος. Γνωστός περισσότερο για το μυθιστόρημά του “Ημερολόγιο μιας καμαριέρας” που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Λουί Μπουνιουέλ. (Μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1924 από τον Σπυριώτη, το 1966 από τον Όθωνα Αργυρόπουλο και το 1995 από τον Μπάμπη Λυκούδη). Περιφρονούσε λογοτεχνικές σχολές και θεωρίες και αποστρεφόταν με ριζικό τρόπο κάθε τι το θεσμικό Στην ελληνική γλώσσα έχει κυκλοφορήσει το κείμενό του “Η απεργία των ψηφοφόρων” (εκδόσεις Άγρα, 2014) σε μετάφραση Ανδρέα Στάικου.

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

 


Του Ρένου Αποστολίδη (απόσπασμα)

(…)Όλη η ζωή του ανθρώπου είναι μια αγωνία και μια φοβερή προσπάθεια καλύτερου ξαναπλασμού του εαυτού του και των άλλων. Η προσπάθεια τούτη συνίσταται σ’ ένα μεγάλο προσωπικό Π ρ έ π ε ι που, συντεριασμένο μ’ ένα αβίαστο Θ έ λ ω, αντιχτυπιέται προς το Ε ί ν α ι. Μα το περιεχόμενο του «Πρέπει» τούτου εξαρτιέται πάντοτε από τη σημασία που ο Ν ο υ ς αποδίνει στο αφ’ εαυτού του ουδέτερο Είναι. Ο νους αυτός, ξεκινημένος πάντα από ένα πρώτο α ξ ί ω μ α, που ‘ναι αφετήριο και κριτήριο μαζί της δημιουργίας του, εννοιολογεί. Τι άλλο, όμως, είναι το αφετήριο τούτο, παρά ένας πόθος πρώτος του ανθρώπου, που διαπνέει πάντοτε κάθε κίνησή του; Όλος ο αγώνας δίνεται, λοιπόν, πάνω σ’ αυτό το πρώτο προσωπικό αφετήριο του καθενός. Από κει χωρίζουν όλοι οι δρόμοι. Εκεί αναφέρουνται όλες οι αντιγνωμίες. Ποιος άλλος όμως είναι ο πιο πρώτος, ο πιο φλογερός πόθος του ανθρώπου απ’ αυτόν: της Λευτεριάς; Ας σκύψει βαθιά μέσα του ο καθένας και θα βρει εκεί να καίει ακατάλυτη η πρώτη αυτή φλόγα! Δεν θα υπήρχανε τόσες ασυμφωνίες, δε θα χωρίζανε ποτές οι δρόμοι των ανθρώπων, αν μέναν όλοι αγνοί, με καθαρή ματιά, με αμόλευτη αίσθηση, με γυμνό το Είναι τους, ώστε να δουν τη βαθύτατη τούτην αλήθεια και να την κάνουν πράξη: Πως πάνω απ’ όλα, και από την ηθική και τη θρησκεία και την πατρίδα και την πίστη, στέκει η λευτεριά της ζωής τους˙ πως αυτή είναι το πρώτο και κύριο˙ πως δίψα γι’ αυτήν πρέπει να ‘ναι ο κάθε μας λόγος κ’ η κάθε μας πράξη.
Ως τώρα όμως τίποτα τέτοιο δεν έγινε, κ’ η ζωή μας κάθε άλλο παρά διαποτισμένη από Λευτεριά ήταν. Διόλου αυτεξούσια. Ένα σύνολο αντιδράσεων στο πραγματικό, αντιδράσεων καθοριζόμενων από αυθαίρετους άλλους γνώμονες. Κ’ ήτανε μια τέτοια πλάνη η ζωή, σειρά αντιδράσεων και τίποτ’ άλλο, ακριβώς γιατί νομίζαμε πως είχαμε να κάνουμε με την ηρεμία εκείνη και τη σιγουριά, τις τόσο ψεύτικες και του αφρού, καθώς δείχτηκαν. Έτσι, οι εξωτερικές εκείνες επήρειες πάνω μας φάνταζαν σαν κάτι το «βαθιά πραγματικό», σα νά ‘ταν οι πιο γνήσιες εκδηλώσες της πραγματικότητας – που κι αυτήν τη θεωρούσαμε ένα καλόβολο σύνολο κάποιων δυνάμεων και κάποιων πραγμάτων, θαυμαστά «αρμονισμένων» αναμεταξύ τους. Εύκολο, πολύ εύκολο ήταν να μη νοιάζεται κανείς και πολύ, και να νομίζει πως υπάρχει, αλήθεια, μια τέτοια σιγουριά, ακριβώς γιατί καμμιά αναστροφή δεν τούχ’ έρθει ποτέ απ’ τ’ αντιμαχόμενα πράγματα, που δεν ανέχουνται ως το τέλος να τα θεωρεί κανείς πολύ ήσυχα, πολύ αρμονικά, πολύ φιλόνομα. Μα δεν υποπτευθήκαμε λοιπόν, ποτέ αυτήν την υπερβολική ευκολία; Διάβολε! Το κάθετί είναι δύσκολο δίχως προσπάθεια και κατανόηση πώς θάταν εύκολο το κυριώτερο: η ζωή;
Τώρα όμως το νιώθουμε, πως τίποτα δεν είναι σταθερό μέσα μας και γύρω μας˙ πως πρέπει ν’ αφήσουμε κατά μέρος την αναζήτηση σιγουριάς, που σκοτώνει, γιατί αυτή η ζήτηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια εκδήλωση του νόμου της αδράνειας. Όλα τούτα, πίστες και ιδανικά, δεν είναι παρά τρόποι αντίδρασης στο πραγματικό, καθωρισμένοι από πριν, που αφανίζουν την αξία και τη λευτεριά του μεστού Τ ώ ρ α, πού ‘ναι ζωή. Περιορίζουνε την αυθόρμητη πράξη και νεκρώνουνε την καθαρή ζωή. Επιβάλλουνε τρόπους φερσίματος, καλούπια δηλαδή και πάλι, όπου μέσα τους πρέπει να στριμωχτεί αυτή η ζωή του ανθρώπου. Μα έτσι η πράξη μας χάνει την παρθενιά της κι ο λόγος μας τη φρεσκάδα του. Η ζωή, γενικά, χάνει και τη λίγη λευτεριά που της απομένει: τη λευτεριά να ζει τη στιγμή της όπως είναι, πλέρια, γιομάτα, αυθόρμητα. Όλα τα’ άλλα τη σκοτώνουν αυτή τη μεστή στιγμή, που πρέπει έντονα να τη ζούμε γιατί είναι η πηγή του είναι μας. 
Δείτε τους ανθρώπους που κατάντησαν οπαδοί: έχουνε γίνει νούμερα. Ο καθένας τους είναι ίδιος με τον άλλο και σχεδόν κανένας δεν είναι ο εαυτός του. Έχουν την ίδια κόψη όλοι τους. Είναι «ρομπότ». Δεν είναι αυτόβουλες οι πράξες τους, δεν είναι αυτενέργειες. Όλα τούτα είναι σχημοτοποίησες. Και βάση κάθε τέτοιας κατασκευής: το αίτημα της απόλυτης συνέπειας, ο προκαθορισμός δηλαδή, η τάχα αρμονία, ηρεμία, ειρήνη, ενώ η πραγματικότητα δεν έχει συνέπεια, δεν έχει ησυχασμό, δεν έχει ειρήνη δυνάμεων, μα πόλεμο, αναταραχή, επανάσταση αιώνια ενάντια στον ίδιο τον εαυτό της. Είναι σαν ανήσυχη θάλασσα που τά ‘χει όλα μέσα της και γι’ αυτό κάθε σύστημα, κάθε σ τ ά σ η (εκεί είναι η πλάνη) απέναντί της, σα να ‘ναι κάτι το άλλο από εμάς – μάλιστα, τις περισσότερες φορές, σαν κάτι άλλο το εχθρικό -, κάθε αντίληψη πως υπάρχει και τίποτα που να μας έρχεται απόξω κι όχι όλα από μας, επομένως κάθε τάση να πάρουμε στάση απέναντι της πραγματικότητας αυτής της τάχα έξω από εμάς, ενώ, απλώς, η πραγματικότητα, ο κόσμος ολάκερος, είμαστ’ εμείς, εμείς αυθύπαρκτοι, με κίνηση του μέσα προς τα μέσα μας (αφού ο κόσμος αυτός δεν έχει υπόσταση δίχως το ζωντανό πυρήνα του, τη συνείδησή μας, και δεν μπορεί να γίνε αλλιώς), θα φέρει σύγκρουση, θλίψη, πόνο. Κι ο μόνος τρόπος να τον ξεφύγει κανείς αυτόν τον πόνο, είναι να λυτρωθεί απ’ την πλάνη των επιδράσεων κι αντιδράσεων, να μπει στο νόημα πως όταν βλέπεις σαν επήρειες τα γύρω σου – και πρωτύτερα ακόμα, όταν πολύ εύκολα ξεχωρίζεις τα γύρω σου από σένα – φυσικά και θα τα βλέπεις ανόμοια αναμεταξύ τους, διάφορα, αντίθετα, πολλά και τα συναφή, κατά συνέπεια δε και σε σύγκρουση με το αντίστοιχο στοιχείο της ύπαρξής σου, το τόσο όμοιο, το τόσο το αυτό, το τόσο ένα, καθώς φαντάζει, με τον εαυτό του. Να νιώσει, μ’ ένα λόγο, κανείς, πως δεν υπάρχουν ποτέ προβλήματα στάσης, μα προβλήματα Είναι. 
Η ζωή είναι κάτι το άναρχο, το πρώτο, το θετικό, όχι αποτέλεσμα, όχι αντίθεση, όχι σκοπός. Είναι α υ τ ή το παν, γιατί είναι η οδός που φέρνει σ’ αυτό. Έ ν α εμείς και αυτό. Αν το νιώσει βαθιά κανείς, θα καθοριστεί αυθόρμητα και η «στάση» του – όπως την έλεγε πριν – απέναντι στο πραγματικό, κ’ η ενότητα, η θετικότητα, η σιγουριά της καθαρής αυτής πηγής που θ’ αναβρύσει εντός του – αν μπορεί να της κολλήσει επίθετα κανείς – θα εξαχτινώνεται και θα φέρνει, σαν από έξω, όπως το θαρρούσε κι όπου το γύρευε, το αίσθημα της ενότητας, το αίσθημα ότι δεν αντιμαχόμαστε το πραγματικό, παρά, ίσα-ίσα, είμαστε πια ολότελα οικειωμένοι μ’ αυτό, πως η πηγή είμαστε εμείς και όχι το έξω, πως άρα έξω και μέσα είναι ένα κ’ εμείς μέσα του, εμείς η καρδιά του, εμείς αυτό! (…) 
Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο.

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017





Ίταλο Καλβίνο (1923-1985) - La Pecora Nera  
μετάφραση από την Μαρία Π. Βαγγέλη


«Υπήρχε μια χώρα όπου όλοι ήταν κλέφτες. 

Τη νύχτα κάθε κάτοικος έβγαινε με αντικλείδια κι ένα φανάρι και πήγαινε να διαρρήξει το σπίτι ενός γείτονα. Επέστρεφε την αυγή φορτωμένος κι έβρισκε το σπίτι του διαρρηγμένο. Κι έτσι όλοι ζούσαν αρμονικά και χωρίς προβλήματα, αφού ο ένας έκλεβε τον άλλον, κι αυτός έναν άλλον ακόμα και ούτω καθεξής, μέχρι να έρθει η σειρά του τελευταίου που έκλεβε τον πρώτο. 



Το εμπόριο σε εκείνη τη χώρα ασκείτο με τη μορφή της απάτης, τόσο από την πλευρά εκείνου που πουλούσε όσο και από την πλευρά εκείνου που αγόραζε. Η κυβέρνηση ήταν μια εταιρία που εγκληματούσε σε βάρος των πολιτών, και οι πολίτες, από τη μεριά τους, νοιάζονταν μόνο να εξαπατούν την κυβέρνηση. Έτσι η ζωή συνεχιζόταν χωρίς δυσκολίες, και δεν υπήρχαν ούτε πλούσιοι ούτε φτωχοί. 



Τότε, κανείς δεν ξέρει πώς, βρέθηκε στη χώρα ένας τίμιος άνθρωπος. Τη νύχτα, αντί να βγαίνει με τον σάκο και το φανάρι, έμενε στο σπίτι του να καπνίζει και να διαβάζει μυθιστορήματα. Έρχονταν οι κλέφτες, έβλεπαν το φως αναμμένο και δεν ανέβαιναν. 



Αυτή η κατάσταση διήρκεσε για λίγο· μετά έπρεπε να τον κάνουν να καταλάβει ότι εάν ήθελε να ζει χωρίς να κάνει τίποτα, αυτός δεν ήταν λόγος να μην αφήνει τους άλλους να κλέβουν. Για κάθε νύχτα που αυτός περνούσε στο σπίτι του, μία οικογένεια δεν έτρωγε την επόμενη ημέρα. 



Μπροστά σε αυτά τα επιχειρήματα, ο τίμιος άνθρωπος δεν μπορούσε να εναντιωθεί. Άρχισε κι αυτός να βγαίνει το βράδυ και να γυρίζει την αυγή, όμως, να κλέψει δεν πήγαινε. Τίμιος ήταν, δεν υπήρχε τίποτα να κάνει. Πήγαινε μέχρι τη γέφυρα κι έμενε να κοιτάζει το νερό να περνάει από κάτω. Επέστρεφε στο σπίτι του και το έβρισκε διαρρηγμένο. 



Σε λιγότερο από μία εβδομάδα, ο τίμιος άνθρωπος βρέθηκε απένταρος, χωρίς να έχει τίποτα να φάει, με το σπίτι άδειο. Όμως, μέχρι εδώ, μικρό το κακό, γιατί η ευθύνη ήταν δική του. Το πρόβλημα ήταν ότι με αυτόν τον τρόπο που έπραττε δημιουργείτο ένα χάος. Γιατί άφηνε τους άλλους να του κλέβουν τα πάντα, ενώ αυτός δεν έκλεβε κανέναν· έτσι, υπήρχε πάντα κάποιος που επιστρέφοντας την αυγή στο σπίτι του το έβρισκε άθικτο γιατί ήταν το σπίτι που έπρεπε να διαρρήξει αυτός. 



Γεγονός είναι ότι μετά από λίγο, εκείνοι που δεν έπεφταν θύματα κλοπής βρέθηκαν να είναι πιο πλούσιοι από άλλους και να μην θέλουν πλέον να κλέβουν. Κι αυτοί που πήγαιναν να κλέψουν το σπίτι του τίμιου ανθρώπου, το έβρισκαν πάντα άδειο· έτσι γίνονταν φτωχοί. Εν τω μεταξύ, εκείνοι που έγιναν πλούσιοι απέκτησαν κι αυτοί τη συνήθεια να πηγαίνουν τη νύχτα στη γέφυρα να κοιτάζουν το νερό που περνούσε από κάτω. Αυτό μεγάλωσε το χάος, γιατί υπήρξαν πολλοί άλλοι που έγιναν φτωχοί. 



Τότε, οι πλούσιοι είδαν ότι, με το να πηγαίνουν τη νύχτα στη γέφυρα, θα γίνονταν φτωχοί μετά από λίγο. Και σκέφτηκαν: «Να πληρώσουμε τους φτωχούς να πηγαίνουν να κλέβουν για λογαριασμό μας». Έκαναν τα συμβόλαια, ορίστηκαν οι μισθοί, τα ποσοστά· φυσικά, πάντα κλέφτες ήταν, και προσπαθούσαν να εξαπατήσουν οι μεν τους δε. Όμως -όπως συνήθως συμβαίνει- οι πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. 



Υπήρχαν πλούσιοι τόσο πλούσιοι που δεν είχαν πια ανάγκη να κλέβουν και να βάζουν άλλους να κλέβουν για να συνεχίζουν να είναι πλούσιοι. Όμως, εάν σταματούσαν να κλέβουν, θα γίνονταν φτωχοί γιατί οι φτωχοί τούς έκλεβαν. Πλήρωσαν, λοιπόν, τους πιο φτωχούς από τους φτωχούς για να προφυλάσσουν την περιουσία τους από τους άλλους φτωχούς, κι έτσι ίδρυσαν την αστυνομία και δημιούργησαν τις φυλακές. 



Με αυτόν τον τρόπο, λίγα μόλις χρόνια μετά την άφιξη του τίμιου ανθρώπου, κανείς δεν μιλούσε πια για κλοπές, αλλά μόνο για πλούσιους ή φτωχούς, παρότι ήταν πάντα όλοι κλέφτες. Τίμιος υπήρξε μόνο εκείνος ο ένας που πέθανε σύντομα. Από πείνα» 

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

 
Φ. Πεσσόα



Η τρέλα όχι απλώς δεν είναι ανωμαλία αλλά είναι η συνηθισμένη ανθρώπινη συνθήκη. 

Αν δεν έχεις συνείδηση της τρέλας σου και δεν είναι μεγάλη, είσαι ο κοινός άνθρωπος.

Αν δεν έχεις συνείδηση και είναι μεγάλη, είσαι τρελός.

Αν έχεις συνείδηση και είναι μικρή, είσαι χωρίς ψευδαισθήσεις.

Αν έχεις συνείδηση και είναι μεγάλη, είσαι ιδιοφυΐα.


Marginalia, αφορισμοί και αποφθέγματα.
Μετάφραση: Χ. Βλαβιανός - Μ. Παπαδήμα

Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

 

Η Εξουσία εξαθλιώνει εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, το βλέπουμε καθαρά.
Και όσο οι λαοί δεν θα ξεσηκώνονται θα είναι άξιοι της μοίρας τους.

Ποτέ δε θα μάθουμε αν οι φαύλοι εξουσιαστές είναι εκείνοι που παράγουν τόσους κάφρους που βλέπουμε μέσα σ' έναν λαό, ή αν οι εκάστοτε κάφροι παράγουν τους φαύλους ηγέτες εξουσιαστές τους. Ξέρουμε όμως πολύ καλά ότι ο φαύλος αυτός κύκλος αναπαράγεται νομοτελειακά και ασταμάτητα. Ξέρουμε επίσης ΠΟΙΟΝ συμφέρει κάθε φορά η διατήρηση αυτού του κύκλου...

Ας δούμε λοιπόν και πως παράγεται ό,τι τα τελευταία ετούτα χρόνια ονομάζουμε «καφρίλα».
Η κοινωνική αθλιότητα την οποία αρχικά θα πρέπει να τη θεωρήσουμε σαν δεδομένη, συντηρείται περίτεχνα από την ασταμάτητη κρατική φροντίδα. Ένα από τα εργαλεία που χρησιμοποιεί, είναι ως γνωστόν η κατευθυνόμενη τηλεόραση. Έτσι δημιουργούνται σε πολύ γενικές γραμμές οι «ιδανικές συνθήκες». Αμέσως μετά έρχεται η προγραμματισμένα ανεπαρκής Παιδεία και η ανταγωνιστική φιλοσοφία της κοινωνικής πρόκλησης με τα αδιέξοδά της. Ακριβώς στο σημείο αυτό, στη στιγμή της κρίσιμης επιλογής έκ-ρηξης του ατόμου, εμφανίζεται και αναλαμβάνει ο δημαγωγός πολιτικός. Με τον τρόπο του, το ταλέντο του ίσως και τα μέσα που η πολιτεία με την ύποπτη συμμετοχή της στο όλο παιχνίδι του παρέχει (πχ. Τύπο, ραδιόφωνο,τηλεόραση κ.α.) επιβάλλεται άνετα, κατά κύριο λόγο σ' εκείνον που είναι ήδη «έτοιμος» να τον δεχτεί: στον κάφρο. Αυτόν που θα πείσει πιο εύκολα, που θα εντυπωσιάσει, θα κοροϊδέψει, θα κολακέψει. Γιατί τον καλλιεργημένο ή τον ιδεολόγο που σε κάποια φάση «ξέφυγε», από το σχέδιο, δεν μπορεί να του κάνει τίποτα πια και γι' αυτό τον αγνοεί, (και συχνά τον τιμωρεί...)

Ξεκινάει λοιπόν πορεία προς το λαό (και όταν λέει λαό, εννοεί το κομμάτι εκείνο που αποτελεί την εύκολη λεία) και τον αποτελειώνει με κομπασμούς, φαβορητισμούς και μεγαλοστομίες. Εγκρίνει και υπόσχεται ικανοποίηση όλων των γνωστών φτηνών ανθρώπινων τάσεων που χρόνια και χρόνια είχαν όχι τυχαία καλλιεργηθεί... Στον κάθε τομέα χαλαρώνουν τα πάντα. Στην οικονομία, στον πολιτισμό, στην ποιότητα ζωής. Οι αχρείοι, οι ανίκανοι, οι φαύλοι προκρίνονται, αποφασίζουν και διατάζουν. Η πραγματική δημιουργικότητα εγκαταλείπεται. Όλα κατρακυλάνε και μάλιστα κατά τρόπο απολύτως ορατό. Η πτώχευση είναι επί θύραις. Η υπογεννητικότητα με ότι αυτό συνεπάγεται για έναν λαό, είναι γεγονός. Κανένας όμως δεν προβληματίζεται πια. Αυτό που ταυτίζει πλέον τον επικίνδυνο δημαγωγό με τον άθλιο κάφρο, είναι μια εντελώς νέα ιδεολογία με τη δική της συνθηματολογία κια φρασεολογία του στυλ: «στα μεθύσια, στη μοιχεία, στην τσόντα, στον αμανέ, στην ξεφτίλα, στα γήπεδα, στους δοσίλογους, στα μεγάλα οικονομικά σκάνδαλα λέμε Ναι. Στην ευπρέπεια, στην ευαισθησία, στη στοιχειώδη ευθιξία, λέμε Ου...!»

Οι κάφροι με όλα αυτά θα ερεθίζονται κι άλλο, θα πληθαίνουν. Θα τραβήξουν κι άλλους λιγότερο κάφρους ίσως μαζί τους. Ενωμένοι στα πιο πάνω «ιδανικά» θα υψώσουν τα μαύρα ουράνια τους τον Αρχικάφρο. Μεθυσμένοι από την ίδια τους την καφρίλα, θα γκρεμίσουν ό,τι βρουν μπροστά τους, θα καταλύσουν κάθε λογική και φρόνηση για να στήσουν το πλιάτσικο, τη λεηλασία και την κατεδάφιση κάθε αξίας. Καταλαμβάνονται από ένα είδος αμόκ κομματικό, ποδοσφαιρικό, ψυχοπαθολογικό. Αφρίζουν ουρλιάζοντας έτσι, όπως ακούστηκε από όλους μας κατά την πρόσφατη περιοδεία κορυφαίου δημαγωγού πολιτικού: «Δεν ζητάμε τίποτα, αρκεί που μας γλίτουσες απ' του ναζισμό». (Έχουν χάσει βέβαια στο γενικό μπέρδεμά τους, κάθε επαφή με έννοιες, όρους και ιστορικές αλήθειες).
Το άλλο άρρωστο μυαλό, το μυαλό του αρχηγού, ενώνεται αρμονικά μαζί τους...
Και οι κάφροι θριαμβεύουν επιβάλλοντας το δικό τους είδος Δημοκρατίας. Και οι αρχηγοί θα πετυχαίνουν έτσι σίγουρα το σκοπό τους και θα άρχουν όπως θέλουν. Και το υπόλοιπο κομμάτι του λαού που υποφέρει, θα χάνεται. Και κάπως έτσι τελικά οι πολιτισμοί βουλιάζουν κατά τα γνωστά. 

Γιατί μερικά γελοία πολιτεύματα (ανεξάρτητα από το αν λέγονται φασιστικά ή δημοκρατικά στο τέλος το ίδιο είναι), δίνουν τη δυνατότητα στον κάθε άθλιο ψυχοπαθή, επιτήδειο να απλώνει παντού το λήθαργο και τη φαυλότητα που τον συμφέρει, θέτοντας σε ασταμάτητη λειτουργία για λογαριασμό του τον αιώνιο φαύλο κύκλο! 

Γράφτηκε μεταξύ 1987 - 1988.
Από τα «Απαγορευμένα Κείμενα» του Κώστα Χατζιδάκη

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Jean-Jacques Rousseau (1712-1778)


Από το «Οι εξομολογήσεις», εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1997.


«[…] Συνυπάρχουν σ’ εμένα δύο σχεδόν ασυμβίβαστα πράγματα, χωρίς να μπορώ να καταλάβω πώς: μια πολύ θερμή ιδιοσυγκρασία, με αισθήματα δυνατά, ασυγκράτητα, και μια σκέψη αργή, συγκεχυμένη, με ιδέες που μου έρχονται πάντα εκ των υστέρων. Θα έλεγε κανείς πως η καρδιά και το μυαλό μου δεν ανήκουν στο ίδιο άτομο. Η αίσθηση πλημμυρίζει την ψυχή μου ακαριαία, σαν αστραπή · αλλά αντί να με φωτίσει, με καίει και με τυφλώνει. Αισθάνομαι τα πάντα, αλλά δεν βλέπω τίποτα. Είμαι φλεγόμενος, αλλά βλαξ. Για να σκεφτώ, πρέπει να είμαι ψύχραιμος. Το περίεργο είναι πως είμαι ιδιαίτερα εύστοχος, ή ακόμα και πνευματώδης, αρκεί να με περιμένουν. Βρίσκω τις πιο αποστομωτικές απαντήσεις, αλλά μονάχα με την ησυχία μου, γιατί επί τόπου δεν θυμάμαι να έκανα ή να είπα ποτέ τίποτα αξιόλογο. Θα μπορούσα να κάνω μία απολαυστική συζήτηση δι’ αλληλογραφίας, όπως λέγεται ότι παίζουν σκάκι οι Ισπανοί. Όταν κάποτε διάβασα εκείνη τη χαρακτηριστική ιστορία κάποιου δούκα της Σαβοΐας, ο οποίος αναφώνησε ξαφνικά στα μισά του δρόμου: «Να τα φάτε, Παρισινέ πραματευτή*», είπα μέσα μου: «Να, ποιος είμαι».
_______________________________
*Το περιστατικό αναφέρεται στα παζάρια του Δούκα της Σαβοΐας κάποτε, σε κατάστημα των Παρισίων. Για την αγορά ενός αντικειμένου πρόσφερε ένα εξευτελιστικό ποσό και τότε ο καταστηματάρχης που δεν το γνώριζε του απάντησε με τη λέξη "σκατά". Ο Δούκας θύμωσε, αλλά δεν βρήκε άμεσα απάντηση στη συμπεριφορά του εμπόρου. Τη βρήκε, βέβαια, στα μισά του δρόμου της επιστροφής, όταν ήδη βρισκόταν κοντά στη Λυών.


Αυτή τη βραδύτητα στη σκέψη, που συμβαδίζει με έναν καταιγισμό στην αντίληψη, δεν έχω μόνο όταν μιλάω, την έχω και μόνος μου όταν δουλεύω. Οι σκέψεις μου ταξινομούνται στο μυαλό μου με απίστευτη δυσκολία. Αναβράζουν υπόγεια, ζυμώνονται, κοχλάζουν, μέχρι που ανάβω, πάλλομαι, με πιάνει ταχυπαλμία. Αλλά στο διάστημα αυτού του αναβρασμού, τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο · δεν μπορώ να γράψω ούτε λέξη · πρέπει να περιμένω. Σιγά – σιγά, ανεπαίσθητα, ο σάλος καταλαγιάζει, το χάος ξεμπερδεύεται και το κάθε τι μπαίνει στη θέση του, αλλά αργά και ύστερα από μια άγρια και παρατεταμένη σύγχυση. Έχετε δει ποτέ όπερα στην Ιταλία; Όταν αλλάζει σκηνή, κυριαρχεί στα μεγάλα αυτά θέατρα μια τρομερή αναμπουμπούλα που διαρκεί αρκετή ώρα. Όλα τα σκηνικά γίνονται άνω κάτω, βλέπεις από όλες τα μεριές ένα εκνευριστικό σούρτα φέρτα και έχεις την εντύπωση πως πρόκειται να γκρεμιστεί το παν. Αλλά σιγά – σιγά όλα τακτοποιούνται, δεν λείπει πια τίποτα, και βλέπεις κατάπληκτος ένα μαγευτικό θέαμα να διαδέχεται αυτή την έκρυθμη κατάσταση. Κάτι παρόμοιο είναι και η διαδικασία που συντελείται μέσα στο κεφάλι μου όταν προσπαθώ να γράψω. Αν είχα την υπομονή να περιμένω πρώτα, ώστε να δώσω ύστερα σε όλη τους την ομορφιά τα όσα αναδύονται μέσα από αυτή, ελάχιστοι συγγραφείς θα με είχαν ξεπεράσει.

Σ’ αυτό οφείλεται και η τεράστια δυσκολία με την οποία γράφω πάντα. Τα χειρόγραφα μου, γεμάτα σβησίματα, μουντζούρες και μπερδεμένες διορθώσεις που δεν διαβάζονται, δείχνουν περίτρανα πόσον κόπο κατέβαλα για να τα γράψω. Δεν υπάρχει ούτε ένα που να μη χρειάστηκε να το αντιγράψω τέσσερις και πέντε φορές προτού το δώσω στο τυπογραφείο. Ποτέ δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα καθισμένος σ’ ένα τραπέζι, με μια πένα στο χέρι και μπροστά μου μια κόλλα χαρτί. Μόνο περπατώντας ανάμεσα στις πέτρες και τα δέντρα ή τη νύχτα, ξαπλωμένος και ξάγρυπνος στο κρεβάτι μου, μόνο τότε γράφω και πάντα νοερά. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς πόσο αργή είναι αυτή η διαδικασία για έναν άνθρωπο εντελώς ανίκανο να απομνημονεύσει οτιδήποτε, έναν άνθρωπο που ποτέ στη ζωή του δεν κατόρθωσε να μάθει έξι στίχους απ’ έξω. Υπάρχουν παράγραφοι στα κείμενα μου, που τις στριφογύριζα και τις ξαναστριφογύριζα πέντε και έξι νύχτες στο μυαλό μου μέχρι να είναι έτοιμες να μπουν στο χαρτί. Γι’ αυτό και τα καταφέρνω καλύτερα με τα κείμενα που απαιτούν πολλή δουλειά, παρά με εκείνα που γράφονται με κάποια προχειρότητα, όπως ας πούμε τα γράμματα, ένα είδος στου οποίου το πνεύμα δεν μπόρεσα ποτέ μου να μπω, και που ανέκαθεν αποτελούσε για ‘μένα πραγματικό μαρτύριο. Για να καταφέρω να γράψω ένα γράμμα για οποιοδήποτε ασήμαντο θέμα, πρέπει να παιδευτώ ώρες ολόκληρες. Αν δοκιμάσω να γράψω απευθείας ό,τι μου έρχεται, δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω και που να τελειώσω · το γράμμα μου γίνεται μία δαιδαλώδης, ατέλειωτη φλυαρία, και είναι πολύ αμφίβολο, αν βγάζει κάποιο νόημα αυτός που το διαβάζει.

Δεν δυσκολεύομαι μόνο να διατυπώσω τις σκέψεις μου, δυσκολεύομαι και να τις διαμορφώσω. Έχω μελετήσει τους ανθρώπους και πιστεύω πως είμαι αρκετά καλός παρατηρητής. Κι όμως, σ’ αυτά που βλέπω, δεν μπορώ να δω τίποτα · μόνο σ’ εκείνα που θυμάμαι βλέπω καθαρά, και είμαι οξυδερκής μόνο στις αναμνήσεις μου. Σε όλα συμβαίνουν, όλα όσα λένε και κάνουν οι άλλοι μπροστά μου, δεν διαβλέπω τίποτα, δεν εμβαθύνω σε τίποτα. Το μόνο που προσέχω είναι η επιφάνεια. Αργότερα, όμως, μου ξανάρχονται όλα. Θυμάμαι τον τόπο, τον χρόνο, το ύφος, το βλέμμα, την κίνηση, την ειδική συνθήκη · τίποτα δεν μου διαφεύγει. Και τότε, μέσ’ από εκείνα που έκαναν ή είπαν, καταλαβαίνω τι σκέφτονταν και σπάνια πέφτω έξω.

Από το πόσο ελάχιστα ελέγχω το μυαλό μου, όταν είμαι μόνος μου, μπορείτε εύκολα να φανταστείτε τι μου συμβαίνει ανάμεσα σε κόσμο, όπου για να μιλήσει κανείς εύστοχα πρέπει να σκεφτεί εν ριπή οφθαλμού χίλια δυο πράγματα μαζί. Και η ιδέα μόνο όλων εκείνων των συμβατικών κανόνων, από τους οποίους είναι βέβαιο πως κάποιον θα ξεχάσω, αρκεί για να χάσω τα λόγια μου. Ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω που βρίσκουν οι άλλοι το κουράγιο να μιλάνε σε μια συντροφιά, όπου σε κάθε σου λέξη πρέπει να λαμβάνεις υπόψη σου όλους τους παρευρισκομένους, κι όπου μόνο αν ξέρεις τα πάντα για τον χαρακτήρα και την προσωπική ιστορία του καθενός, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι αυτό που θα πεις δεν θα θίξει κανέναν. Πάνω σ’ αυτό, οι άνθρωποι των σαλονιών έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα: επειδή ξέρουν καλύτερα τι δεν πρέπει να πουν, μπορούν να είναι πιο σίγουροι γι’ αυτό που λένε. Αλλά και πάλι κάνουν κι αυτοί κάποιες γκάφες. Φανταστείτε τώρα έναν άνθρωπο που πέφτει μέσα εκεί ουρανοκατέβατος. Είναι σχεδόν αδύνατον να μιλήσει έστω και ένα λεπτό, χωρίς να το μετανιώσει. Όσο για την κουβέντα ανάμεσα σε δύο άτομα, έχει ένα άλλο μειονέκτημα, που για ‘μένα είναι ακόμη χειρότερο. Είσαι υποχρεωμένος να μιλάς συνεχώς. Όταν σου μιλάνε, πρέπει να απαντάς και όταν πέφτει σιωπή πρέπει να τη σπας. Αυτός ο αφόρητος καταναγκασμός θα ήταν ήδη υπεραρκετός για να με κάνει να αποφεύγω τις συναναστροφές. Δεν υπάρχει για ‘μένα χειρότερη καταπίεση από την υποχρέωση να μιλάω χωρίς χρονοτριβή και χωρίς ανάπαυλα. Δεν ξέρω αν αυτό έχει να κάνει με τη θανάσιμη απέχθεια μου για κάθε μορφή καταδυνάστευσης, αλλά αρκεί να πρέπει να μιλήσω οπωσδήποτε για να είναι βέβαιο ότι θα πω κάποια βλακεία.

Το τραγικότερο είναι ότι, αντί να κρατάω το στόμα μου κλειστό, όταν δεν έχω να πω τίποτα, με πιάνει μια μανία να μιλήσω για να εκπληρώσω το χρέος μου, μια ώρα αρχύτερα. Σπεύδω να ψελλίσω διάφορες κουβέντες ασυνάρτητες, και είμαι τυχερός αν δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα. Προσπαθώντας να κατανικήσω ή να κρύψω τη βλακεία μου καταφέρνω να μην την επιδείξω. […]».

ΠΗΓΗ: - Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Οι εξομολογήσεις, εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1997. Πηγή: www.lifo.gr
«[…] Συνυπάρχουν σ’ εμένα δύο σχεδόν ασυμβίβαστα πράγματα, χωρίς να μπορώ να καταλάβω πώς: μια πολύ θερμή ιδιοσυγκρασία, με αισθήματα δυνατά, ασυγκράτητα, και μια σκέψη αργή, συγκεχυμένη, με ιδέες που μου έρχονται πάντα εκ των υστέρων. Θα έλεγε κανείς πως η καρδιά και το μυαλό μου δεν ανήκουν στο ίδιο άτομο. Η αίσθηση πλημμυρίζει την ψυχή μου ακαριαία, σαν αστραπή · αλλά αντί να με φωτίσει, με καίει και με τυφλώνει. Αισθάνομαι τα πάντα, αλλά δεν βλέπω τίποτα. Είμαι φλεγόμενος, αλλά βλαξ. Για να σκεφτώ, πρέπει να είμαι ψύχραιμος. Το περίεργο είναι πως είμαι ιδιαίτερα εύστοχος, ή ακόμα και πνευματώδης, αρκεί να με περιμένουν. Βρίσκω τις πιο αποστομωτικές απαντήσεις, αλλά μονάχα με την ησυχία μου, γιατί επί τόπου δεν θυμάμαι να έκανα ή να είπα ποτέ τίποτα αξιόλογο. Θα μπορούσα να κάνω μία απολαυστική συζήτηση δι’ αλληλογραφίας, όπως λέγεται ότι παίζουν σκάκι οι Ισπανοί. Όταν κάποτε διάβασα εκείνη τη χαρακτηριστική ιστορία κάποιου δούκα της Σαβοΐας, ο οποίος αναφώνησε ξαφνικά στα μισά του δρόμου: «Να τα φάτε, Παρισινέ πραματευτή*», είπα μέσα μου: «Να, ποιος είμαι». (Σ.Σ: *Το περιστατικό αναφέρεται στα παζάρια του Δούκα της Σαβοΐας κάποτε, σε κατάστημα των Παρισίων. Για την αγορά ενός αντικειμένου πρόσφερε ένα εξευτελιστικό ποσό και τότε ο καταστηματάρχης που δεν το γνώριζε του απάντησε με τη λέξη "σκατά". Ο Δούκας θύμωσε, αλλά δεν βρήκε άμεσα απάντηση στη συμπεριφορά του εμπόρου. Τη βρήκε, βέβαια, στα μισά του δρόμου της επιστροφής, όταν ήδη βρισκόταν κοντά στη Λυών). Αυτή τη βραδύτητα στη σκέψη, που συμβαδίζει με έναν καταιγισμό στην αντίληψη, δεν έχω μόνο όταν μιλάω, την έχω και μόνος μου όταν δουλεύω. Οι σκέψεις μου ταξινομούνται στο μυαλό μου με απίστευτη δυσκολία. Αναβράζουν υπόγεια, ζυμώνονται, κοχλάζουν, μέχρι που ανάβω, πάλλομαι, με πιάνει ταχυπαλμία. Αλλά στο διάστημα αυτού του αναβρασμού, τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο · δεν μπορώ να γράψω ούτε λέξη · πρέπει να περιμένω. Σιγά – σιγά, ανεπαίσθητα, ο σάλος καταλαγιάζει, το χάος ξεμπερδεύεται και το κάθε τι μπαίνει στη θέση του, αλλά αργά και ύστερα από μια άγρια και παρατεταμένη σύγχυση. Έχετε δει ποτέ όπερα στην Ιταλία; Όταν αλλάζει σκηνή, κυριαρχεί στα μεγάλα αυτά θέατρα μια τρομερή αναμπουμπούλα που διαρκεί αρκετή ώρα. Όλα τα σκηνικά γίνονται άνω κάτω, βλέπεις από όλες τα μεριές ένα εκνευριστικό σούρτα φέρτα και έχεις την εντύπωση πως πρόκειται να γκρεμιστεί το παν. Αλλά σιγά – σιγά όλα τακτοποιούνται, δεν λείπει πια τίποτα, και βλέπεις κατάπληκτος ένα μαγευτικό θέαμα να διαδέχεται αυτή την έκρυθμη κατάσταση. Κάτι παρόμοιο είναι και η διαδικασία που συντελείται μέσα στο κεφάλι μου όταν προσπαθώ να γράψω. Αν είχα την υπομονή να περιμένω πρώτα, ώστε να δώσω ύστερα σε όλη τους την ομορφιά τα όσα αναδύονται μέσα από αυτή, ελάχιστοι συγγραφείς θα με είχαν ξεπεράσει. Ένα κείμενο του Ρουσσώ για τους αιώνια ντροπαλούς, για όσους νιώθουν ότι δεν ανήκουν πουθενά Σ’ αυτό οφείλεται και η τεράστια δυσκολία με την οποία γράφω πάντα. Τα χειρόγραφα μου, γεμάτα σβησίματα, μουντζούρες και μπερδεμένες διορθώσεις που δεν διαβάζονται, δείχνουν περίτρανα πόσον κόπο κατέβαλα για να τα γράψω. Δεν υπάρχει ούτε ένα που να μη χρειάστηκε να το αντιγράψω τέσσερις και πέντε φορές προτού το δώσω στο τυπογραφείο. Ποτέ δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα καθισμένος σ’ ένα τραπέζι, με μια πένα στο χέρι και μπροστά μου μια κόλλα χαρτί. Μόνο περπατώντας ανάμεσα στις πέτρες και τα δέντρα ή τη νύχτα, ξαπλωμένος και ξάγρυπνος στο κρεβάτι μου, μόνο τότε γράφω και πάντα νοερά. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς πόσο αργή είναι αυτή η διαδικασία για έναν άνθρωπο εντελώς ανίκανο να απομνημονεύσει οτιδήποτε, έναν άνθρωπο που ποτέ στη ζωή του δεν κατόρθωσε να μάθει έξι στίχους απ’ έξω. Υπάρχουν παράγραφοι στα κείμενα μου, που τις στριφογύριζα και τις ξαναστριφογύριζα πέντε και έξι νύχτες στο μυαλό μου μέχρι να είναι έτοιμες να μπουν στο χαρτί. Γι’ αυτό και τα καταφέρνω καλύτερα με τα κείμενα που απαιτούν πολλή δουλειά, παρά με εκείνα που γράφονται με κάποια προχειρότητα, όπως ας πούμε τα γράμματα, ένα είδος στου οποίου το πνεύμα δεν μπόρεσα ποτέ μου να μπω, και που ανέκαθεν αποτελούσε για ‘μένα πραγματικό μαρτύριο. Για να καταφέρω να γράψω ένα γράμμα για οποιοδήποτε ασήμαντο θέμα, πρέπει να παιδευτώ ώρες ολόκληρες. Αν δοκιμάσω να γράψω απευθείας ό,τι μου έρχεται, δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω και που να τελειώσω · το γράμμα μου γίνεται μία δαιδαλώδης, ατέλειωτη φλυαρία, και είναι πολύ αμφίβολο, αν βγάζει κάποιο νόημα αυτός που το διαβάζει. Δεν δυσκολεύομαι μόνο να διατυπώσω τις σκέψεις μου, δυσκολεύομαι και να τις διαμορφώσω. Έχω μελετήσει τους ανθρώπους και πιστεύω πως είμαι αρκετά καλός παρατηρητής. Κι όμως, σ’ αυτά που βλέπω, δεν μπορώ να δω τίποτα · μόνο σ’ εκείνα που θυμάμαι βλέπω καθαρά, και είμαι οξυδερκής μόνο στις αναμνήσεις μου. Σε όλα συμβαίνουν, όλα όσα λένε και κάνουν οι άλλοι μπροστά μου, δεν διαβλέπω τίποτα, δεν εμβαθύνω σε τίποτα. Το μόνο που προσέχω είναι η επιφάνεια. Αργότερα, όμως, μου ξανάρχονται όλα. Θυμάμαι τον τόπο, τον χρόνο, το ύφος, το βλέμμα, την κίνηση, την ειδική συνθήκη · τίποτα δεν μου διαφεύγει. Και τότε, μέσ’ από εκείνα που έκαναν ή είπαν, καταλαβαίνω τι σκέφτονταν και σπάνια πέφτω έξω. Όσο για την κουβέντα ανάμεσα σε δύο άτομα, έχει ένα άλλο μειονέκτημα, που για 'μένα είναι ακόμη χειρότερο. Είσαι υποχρεωμένος να μιλάς συνεχώς. Όταν σου μιλάνε, πρέπει να απαντάς και όταν πέφτει σιωπή πρέπει να τη σπας. Αυτός ο αφόρητος καταναγκασμός θα ήταν ήδη υπεραρκετός για να με κάνει να αποφεύγω τις συναναστροφές. Από το πόσο ελάχιστα ελέγχω το μυαλό μου, όταν είμαι μόνος μου, μπορείτε εύκολα να φανταστείτε τι μου συμβαίνει ανάμεσα σε κόσμο, όπου για να μιλήσει κανείς εύστοχα πρέπει να σκεφτεί εν ριπή οφθαλμού χίλια δυο πράγματα μαζί. Και η ιδέα μόνο όλων εκείνων των συμβατικών κανόνων, από τους οποίους είναι βέβαιο πως κάποιον θα ξεχάσω, αρκεί για να χάσω τα λόγια μου. Ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω που βρίσκουν οι άλλοι το κουράγιο να μιλάνε σε μια συντροφιά, όπου σε κάθε σου λέξη πρέπει να λαμβάνεις υπόψη σου όλους τους παρευρισκομένους, κι όπου μόνο αν ξέρεις τα πάντα για τον χαρακτήρα και την προσωπική ιστορία του καθενός, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι αυτό που θα πεις δεν θα θίξει κανέναν. Πάνω σ’ αυτό, οι άνθρωποι των σαλονιών έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα: επειδή ξέρουν καλύτερα τι δεν πρέπει να πουν, μπορούν να είναι πιο σίγουροι γι’ αυτό που λένε. Αλλά και πάλι κάνουν κι αυτοί κάποιες γκάφες. Φανταστείτε τώρα έναν άνθρωπο που πέφτει μέσα εκεί ουρανοκατέβατος. Είναι σχεδόν αδύνατον να μιλήσει έστω και ένα λεπτό, χωρίς να το μετανιώσει. Όσο για την κουβέντα ανάμεσα σε δύο άτομα, έχει ένα άλλο μειονέκτημα, που για ‘μένα είναι ακόμη χειρότερο. Είσαι υποχρεωμένος να μιλάς συνεχώς. Όταν σου μιλάνε, πρέπει να απαντάς και όταν πέφτει σιωπή πρέπει να τη σπας. Αυτός ο αφόρητος καταναγκασμός θα ήταν ήδη υπεραρκετός για να με κάνει να αποφεύγω τις συναναστροφές. Δεν υπάρχει για ‘μένα χειρότερη καταπίεση από την υποχρέωση να μιλάω χωρίς χρονοτριβή και χωρίς ανάπαυλα. Δεν ξέρω αν αυτό έχει να κάνει με τη θανάσιμη απέχθεια μου για κάθε μορφή καταδυνάστευσης, αλλά αρκεί να πρέπει να μιλήσω οπωσδήποτε για να είναι βέβαιο ότι θα πω κάποια βλακεία. Το τραγικότερο είναι ότι, αντί να κρατάω το στόμα μου κλειστό, όταν δεν έχω να πω τίποτα, με πιάνει μια μανία να μιλήσω για να εκπληρώσω το χρέος μου, μια ώρα αρχύτερα. Σπεύδω να ψελλίσω διάφορες κουβέντες ασυνάρτητες, και είμαι τυεχρός αν δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα. Προσπαθώντας να κατανικήσω ή να κρύψω τη βλακεία μου καταφέρνω να μην την επιδείξω. […]». ΠΗΓΗ: - Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Οι εξομολογήσεις, εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1997. Πηγή: www.lifo.gr

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Harold Pinter (10.10.1930 - 24.12.2008)



O Harold Pinter στην απονομή του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας το 2005
έκανε μία πολύ δυνατή αντιπολεμική ομιλία.


«Το 1958 έγραψα τα ακόλουθα:

“Δεν υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές διαφορές μεταξύ αυτού που είναι πραγματικό και αυτού που δεν είναι, ούτε του αληθούς και του αναληθούς. Δεν είναι απαραίτητο κάτι να είναι ή αλήθεια ή ψέμα. Μπορεί να είναι και τα δύο”.

Πιστεύω ότι αυτοί οι ισχυρισμοί εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα ως προς τη διερεύνηση της πραγματικότητας μέσω της τέχνης. Έτσι, ως συγγραφέας τους υποστηρίζω αλλά ως πολίτης αδυνατώ. Ως πολίτης οφείλω να αναρωτηθώ: Τι είναι αλήθεια; Τι είναι ψέμα;

Η αλήθεια στο θέατρο πάντοτε διαφεύγει. Ολόκληρη δεν τη βρίσκεις ποτέ αλλά η αναζήτησή της είναι συναρπαστική. Η αναζήτηση είναι σαφώς ό,τι προηγείται της προσπάθειας. Η αναζήτηση είναι ο σκοπός σου. Τις περισσότερες φορές μέσα στο σκοτάδι προσκρούεις στην αλήθεια, συγκρούεσαι μαζί της ή, ρίχνοντάς της μια φευγαλέα ματιά, βλέπεις μια εικόνα ή ένα σχήμα που μοιάζει να ανταποκρίνεται στην αλήθεια, συχνά χωρίς να συνειδητοποιείς ότι συνέβη ακόμα κι αυτό. Αλλά η πραγματική αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν υπάρχει μια αλήθεια στη δραματική τέχνη. Υπάρχουν πολλές που αντικρούονται, συγκρούονται, αντικατοπτρίζουν η μία την άλλη, αγνοούν η μία την άλλη, κοροϊδεύουν η μία την άλλη, δεν βλέπουν η μία την άλλη. Μερικές φορές αισθάνεσαι για μια στιγμή ότι κρατάς την αλήθεια στα χέρια σου κι αμέσως μετά γλιστράει μέσα από τα δάκτυλά σου και χάνεται.

Συχνά με ρωτούν πώς συλλαμβάνω τα έργα μου. Δεν μπορώ να απαντήσω. Ούτε μπορώ να τα συνοψίσω. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι στα έργα μου συνέβη αυτό, αυτά ειπώθηκαν, οι ήρωες έκαναν εκείνα.

Τα περισσότερα έργα μου γεννήθηκαν από μια φράση, μια λέξη ή μια εικόνα. Τη συγκεκριμένη λέξη την ακολουθεί συνήθως μια εικόνα. Θα σας δώσω δύο παραδείγματα από δύο φράσεις που εμπνεύστηκα ξαφνικά. Ακολούθησε η εικόνα και εγώ, ακόμα αργότερα.

Τα έργα είναι ο “Γυρισμός” και οι “Παλιοί Καιροί”. Η πρώτη φράση στο “Γυρισμό” είναι “Τι το έκανες το ψαλίδι;”. Η πρώτη φράση στους “Παλιούς Καιρούς” είναι “Σκοτάδι”. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση δεν είχα καμία άλλη πληροφορία για την εξέλιξη της πλοκής.

Στην πρώτη περίπτωση κάποιος προφανώς αναζητούσε ένα ψαλίδι. Ρωτούσε τι απέγινε το ψαλίδι κάποιον άλλο, για τον οποίο υποπτευόταν ότι πιθανώς και να το έκλεψε. Με έναν περίεργο τρόπο ήξερα, ωστόσο, ότι το πρόσωπο που ερωτάται δεν δίνει δεκάρα για το ψαλίδι, ούτε άλλωστε ο συνομιλητής του. Το “σκοτάδι” το χρησιμοποίησα για να περιγράψω τα μαλλιά κάποιου, τα μαλλιά μιας γυναίκας και ήταν η απάντηση σε μια ερώτηση. Ούτως ή άλλως υποχρεώθηκα να αναπτύξω το θέμα. Αυτό συνέβη οπτικά, ως μια αργή εναλλαγή σκιάς και φωτός.

Πάντα ξεκινώ ένα έργο ονομάζοντας τα πρόσωπα Α, Β και Γ.Στο έργο που εξελίχθηκε ως “Γυρισμός” είδα έναν άνδρα να μπαίνει σε ένα θλιβερό δωμάτιο και να ρωτά (για το ψαλίδι) έναν νεότερό του άνδρα που, καθισμένος σε έναν άθλιο καναπέ, διάβαζε το ιπποδρομιακό φύλλο. Υποπτεύθηκα ότι ο Α ήταν ο πατέρας και ο Β ο γιος του, αλλά δεν είχα καμία απόδειξη. Η αίσθησή μου πάντως επιβεβαιώθηκε αργότερα όταν ο Β (μετέπειτα Λένι) λέει στον Α (Μαξ στη συνέχεια), “μπαμπά σε πειράζει να αλλάξω θέμα; Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Πώς θα χαρακτήριζες το δείπνο μας; Πώς ονομάζεται κάτι τέτοιο; Γιατί δεν αγοράζεις κάνα σκύλο; Θα ήσουν ιδανικός μάγειρας για σκύλους. Ειλικρινά. Έχεις την εντύπωση ότι μαγειρεύεις για σκύλους”. Επομένως, εφόσον ο Β αποκαλεί τον Α “μπαμπά” μου φάνηκε λογικό να υποθέσω ότι ήταν πατέρας και γιος. Επιπλέον, ο Α ήταν σαφώς ο μάγειρας αλλά η μαγειρική του δεν φαινόταν να χαίρει μεγάλης εκτίμησης. Αυτό σήμαινε ότι δεν υπήρχε μητέρα; Δεν ήξερα. Αλλά όπως είπα τότε στον εαυτό μου, η αρχή δεν γνωρίζει ποτέ το τέλος. “Σκοτάδι”. Ένα μεγάλο παράθυρο. Νυχτερινός ουρανός. Ένας άνδρας, ο Α (μετέπειτα Ντίλι) και μια γυναίκα η Β (στη συνέχεια Κέιτ) κάθονται και πίνουν. “Χοντρό ή λεπτό;”, ρωτά ο άνδρας. Για τι πράγμα μιλούν; Μετά είδα να στέκεται στο παράθυρο μια γυναίκα, η Γ (Άννα αργότερα). Το φως που πέφτει πάνω της είναι διαφορετικό, κι εκείνη στέκεται με την πλάτη γυρισμένη. Τα μαλλιά της είναι σκούρα.

Είναι μια παράξενη στιγμή, η στιγμή της δημιουργίας προσώπων που μέχρι τότε δεν υπήρχαν. Ο,τι ακολουθεί είναι σπασμωδικό, αβέβαιο, μοιάζει με παραίσθηση, ακόμα κι αν μερικές φορές είναι καταιγιστικό. Η θέση του συγγραφέα είναι παράδοξη. Τα πρόσωπα που δημιουργεί δεν τον καλωσορίζουν. Του αντιστέκονται, δεν είναι εύκολο να τα βρει μαζί τους κι είναι αδύνατον να τα ορίσει. Σίγουρα δεν μπορεί να τους επιβληθεί. Ως ενός σημείου παίζει μαζί τους ένα ατέλειωτο παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, κρυφτό και τυφλόμυγα. Τελικά όμως συνειδητοποιεί ότι έχει να κάνει με ανθρώπους από σάρκα και οστά, ανθρώπους με τη δική τους θέληση και ευαισθησία ο καθένας, φτιαγμένους από συστατικά που του είναι αδύνατον να αλλάξει, να επηρεάσει ή να παραμορφώσει.

Συνεπώς η γλώσσα στην τέχνη παραμένει ένα εξαιρετικά αμφίσημο πεδίο συναλλαγής, κινούμενη άμμος, τραμπολίνο, μια παγωμένη λίμνη, τον πάγο της οποίας μπορεί να σπάσει ανά πάσα στιγμή ο συγγραφέας όταν βαδίζει επάνω του.

Αλλά, όπως είπα, η αναζήτηση της αλήθειας είναι μια ατέρμονη διαδικασία. Δεν αναβάλλεται, ούτε ματαιώνεται. Οφείλεις να την αντιμετωπίσεις εδώ και τώρα.

Το πολιτικό θέατρο θέτει μια τελείως διαφορετική σειρά προβλημάτων. Το κήρυγμα πρέπει να αποφεύγεται πάση θυσία. Είναι απαραίτητη η αντικειμενικότητα. Οφείλουμε να επιτρέπουμε στα πρόσωπα να αναπνέουν ελεύθερα. Ο συγγραφέας δεν μπορεί να τα καταπιέσει και να τα περιορίσει για να ικανοποιήσει τα δικά του γούστα, τις δικές του διαθέσεις ή προκαταλήψεις. Οφείλει να είναι έτοιμος να τα προσεγγίσει από πολλές πλευρές, από όλες τις δυνατές οπτικές γωνίες, ίσως πότε-πότε να τα ξαφνιάσει κι εν τούτοις να τα αφήσει ελεύθερα να πάνε όπου θέλουν. Αυτό δεν λειτουργεί πάντα. Και βεβαίως η πολιτική σάτιρα δεν ακολουθεί αυτές τις αρχές, κάνει μάλιστα ακριβώς το αντίθετο και αυτή είναι η πραγματική της αποστολή.

Σ το έργο μου “Πάρτι Γενεθλίων” νομίζω πως επέτρεψα να αναπτυχθεί μια μεγάλη σειρά εναλλακτικών λύσεων μέσα σε ένα πυκνό δάσος πιθανοτήτων, προτού να μεταφερθεί στο επίκεντρο του έργου μια πράξη υποταγής.

Η “Βουνίσια Γλώσσα” υποτίθεται ότι δεν έχει τέτοιο εύρος επιλογών. Το έργο παραμένει βίαιο, σύντομο και άσχημο. Αλλά οι στρατιώτες στο έργο κάπως το διασκεδάζουν. Ξεχνά κανείς πότε-πότε ότι οι βασανιστές βαριούνται εύκολα. Χρειάζεται να γελάνε με κάτι για να ανάβουν τα πνεύματα. Τα περιστατικά στη φυλακή του Αμπού Γκράιμπ στη Βαγδάτη, το επιβεβαιώνουν περίτρανα. Η “Βουνίσια Γλώσσα” διαρκεί μόνο 20 λεπτά, αλλά θα μπορούσε να συνεχίζεται επί ώρες, ξανά και ξανά, το ίδιο μοτίβο να επαναλαμβάνεται από την αρχή, ξανά και ξανά, τη μια ώρα μετά την άλλη. Το έργο “Τέφρα και Σκιά” από την άλλη πλευρά, μου φαίνεται σαν να διαδραματίζεται κάτω από το νερό. Μια γυναίκα πνίγεται, το χέρι της βγαίνει έξω από τα κύματα, βουλιάζει, αναζητά άλλους, δεν βρίσκει κανέναν πάνω ή κάτω από το νερό, βρίσκει μόνο σκιές κι αντανακλάσεις. Η γυναίκα είναι μια χαμένη μορφή σε ένα τόπο που βυθίζεται, μια γυναίκα που δεν μπορεί να ξεφύγει από τον αφανισμό που προοριζόταν για άλλους.

Αλλά καθώς εκείνοι πεθαίνουν, πρέπει να πεθάνει κι αυτή.

Η γλώσσα στην πολιτική, όπως χρησιμοποιείται από τους πολιτικούς, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες καθώς η πλειοψηφία των πολιτικών, όπως όλοι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, ενδιαφέρονται όχι για την αλήθεια αλλά για την εξουσία και την διατήρησή της. Για να διατηρηθεί η πολιτική εξουσία είναι αναγκαίο οι πολίτες να παραμείνουν στην αμάθεια, να αγνοούν την αλήθεια, ακόμα και την αλήθεια της δικής τους ζωής. Ως εκ τούτου, ό,τι μας περιβάλλει είναι ένα απέραντο υφαντό από ψέματα, από τα οποία τρεφόμαστε.

Όπως ξέρετε, η δικαιολογία για την εισβολή στο Ιράκ ήταν ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν διέθετε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο οπλοστάσιο όπλων μαζικής καταστροφής, κάποια από τα οποία μπορούσαν να πυροδοτηθούν μέσα σε 45 λεπτά, προκαλώντας τον όλεθρο. Μας διαβεβαίωσαν ότι αυτή ήταν η αλήθεια. Δεν ήταν. Μας είπαν ότι το Ιράκ συνεργάζεται με την “Αλ Κάιντα” και ότι είναι συνυπεύθυνο για την κτηνωδία της 11ης Σεπτεμβρίου. Μας διαβεβαίωσαν ότι αυτή ήταν η αλήθεια. Δεν ήταν. Μας είπαν ότι το Ιράκ απειλεί την παγκόσμια ασφάλεια. Μας διαβεβαίωσαν ότι ήταν αλήθεια. Δεν ήταν.

Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική και έχει να κάνει με το πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους στον πλανήτη και πώς επιλέγουν να παίξουν αυτό τον ρόλο.

Αλλά, πριν επιστρέψω στο παρόν, θα ήθελα να ρίξω μια ματιά στο πρόσφατο παρελθόν. Αναφέρομαι στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά. Θεωρώ ότι είναι υποχρεωτικό να εξετάσουμε αυτή την περίοδο με μια περιορισμένη (λόγω του χρόνου που μου δίνεται εδώ) αλλά αυστηρή ματιά.

Καθένας γνωρίζει τι συνέβη στη Σοβιετική Ένωση και την Ανατολική Ευρώπη αμέσως μετά τον πόλεμο: συστηματική βία, εκτεταμένες αγριότητες, αδίστακτη καταπίεση της ελεύθερης σκέψης. Για όλα αυτά υπήρξαν ντοκουμέντα και αποδείξεις.

Αλλά η ένστασή μου εδώ είναι πως τα εγκλήματα των ΗΠΑ την ίδια περίοδο έχουν μόνο επιδερμικά καταγραφεί, πόσο μάλλον τεκμηριωθεί, πόσο μάλλον κατανοηθεί, πόσο μάλλον αναγνωριστεί ως εγκλήματα. Πιστεύω ότι πρέπει να κατονομαστούν ως εγκλήματα διότι η αλήθεια σήμερα, εδώ που έχει φτάσει ο κόσμος μας, έχει ιδιαίτερη σημασία. Η συμπεριφορά των ΗΠΑ σε όλο τον κόσμο, αν και ως ενός σημείου προσεκτική εξαιτίας της παρουσίας τότε της Σοβιετικής Ένωσης, μας έκανε να καταλάβουμε ότι τελικά είχε λευκή επιταγή να κάνει ό,τι θέλει. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν ήταν προσφιλής μέθοδος της Αμερικής η απευθείας εισβολή σε ένα ανεξάρτητο κράτος. Προτιμούσε ό,τι περιγράφεται ως “χαμηλής έντασης σύγκρουση”. Αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν, αλλά πιο αργά από ό,τι αν ρίξεις μια και καλή μια βόμβα. Σημαίνει ότι πλήττεις την καρδιά της χώρας, ότι εγκαθιστάς έναν κακοήθη όγκο και περιμένεις να κάνει μετάσταση. Όταν ο πληθυσμός έχει υποταχθεί -ή βασανιστεί μέχρι θανάτου, το ίδιο είναι- και οι φίλοι σου, ο στρατός και οι μεγάλες καπιταλιστικές εταιρείες, κάθονται αναπαυτικά στην εξουσία, στήνεσαι μπροστά στην κάμερα και λες ότι η δημοκρατία νίκησε. Την περίοδο στην οποία αναφέρομαι αυτός ήταν ο κοινός τόπος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η τραγωδία της Νικαράγουα ήταν μια περίπτωση υψίστης σημασίας. Επέλεξα να την αναφέρω ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η Αμερική αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στον πλανήτη και τότε και τώρα.

Σ τα τέλη της δεκαετίας του ’80 συμμετείχα σε μια συνάντηση στην αμερικανική πρεσβεία στο Λονδίνο.

Το αμερικανικό Κογκρέσο επρόκειτο να αποφασίσει εάν θα συνέχιζε να χρηματοδοτεί τους Κόντρας στην εκστρατεία τους κατά της κυβέρνησης της Νικαράγουα. Ήμουν μέλος της αντιπροσωπείας που μιλούσε εκ μέρους της Νικαράγουα, με σημαντικότερο μέλος ανάμεσά μας τον ιερέα John Metcalf. Επικεφαλής της αμερικανικής ομάδας ήταν ο Raymond Seitz (νούμερο 2 τότε της πρεσβείας, αργότερα πρέσβης ο ίδιος). Ο Ιερέας είπε: “Κύριε, έχω την ευθύνη μιας ενορίας στη βόρεια Νικαράγουα. Οι ενορίτες μου έχτισαν ένα σχολείο, ένα ιατρικό κι ένα πολιτιστικό κέντρο. Ζούσαμε ειρηνικά. Λίγους μήνες πριν, μας επιτέθηκαν δυνάμεις των Κόντρας. Κατέστρεψαν τα πάντα: το σχολείο, το ιατρικό και το πολιτιστικό κέντρο. Βίασαν νοσοκόμες και δασκάλες, έσφαξαν γιατρούς με τον πιο κτηνώδη τρόπο. Φέρθηκαν σαν άγριοι. Σας παρακαλώ να ζητήσετε από την αμερικανική κυβέρνηση να αποσύρει την υποστήριξή της από τους φορείς μιας τόσο ακραίας τρομοκρατικής δραστηριότητας”. Ο Raymond Seitz είχε εξαιρετική φήμη ως ένας λογικός, υπεύθυνος και καλλιεργημένος άνθρωπος. Ήταν αξιοσέβαστος στους διπλωματικούς κύκλους. Άκουσε, σιώπησε για λίγο και ύστερα μίλησε πολύ σοβαρός. “Πάτερ”, είπε, “αφήστε με να σας πώ κάτι. Στον πόλεμο, οι αθώοι πάντα υποφέρουν”. Ακολούθησε παγερή σιωπή. Τον κοιτούσαμε εμβρόντητοι. Εκείνος, δεν χαμήλωσε το βλέμμα του.

Πράγματι, οι αθώοι πάντα υποφέρουν.

Τελικά κάποιος είπε: “Αλλά, σε αυτή την περίπτωση οι ‘αθώοι’ ήταν τα θύματα μιας φρικιαστικής κτηνωδίας υποβοηθούμενης μεταξύ άλλων από την κυβέρνησή σας. Εάν το Κογκρέσο εγκρίνει περισσότερα χρήματα για τους Κόντρας θα γίνουν κι άλλες τέτοιες κτηνωδίες. Δεν είναι αυτό το θέμα; Δεν είναι επομένως η κυβέρνησή σας ένοχη για δολοφονίες πολιτών ενός ανεξάρτητου κράτους;”.

Ο Seitz παρέμεινε ατάραχος. “Δεν συμφωνώ ότι τα γεγονότα επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς σας”, είπε.

Καθώς φεύγαμε, ένας από το προσωπικό της πρεσβείας μού είπε ότι του αρέσουν τα έργα μου. Δεν είπα τίποτα.

Θα σας θυμίσω ότι τότε ο πρόεδρος Ρίγκαν είχε κάνει την ακόλουθη δήλωση: “Σε ηθικό επίπεδο οι Κόντρας είναι το αντίστοιχο των Ιδρυτικών μας Πατέρων”

Οι ΗΠΑ υποστήριξαν για περισσότερα από 40 χρόνια την κτηνώδη δικτατορία του Σομόζα στη Νικαράγουα. Ο λαός της Νικαράγουα, υπό τους Σαντινίστας, ανέτρεψε το καθεστώς το 1979, με μια λαϊκή επανάσταση που σου έκοβε την ανάσα.

Οι Σαντινίστας δεν ήταν τέλειοι. Είχαν το δικό τους μερίδιο στην υπεροψία και η πολιτική τους φιλοσοφία είχε πολλές αντιφάσεις. Ηταν όμως έξυπνοι, λογικοί και πολιτισμένοι. Προσπάθησαν να εγκαθιδρύσουν μια σταθερή, έντιμη, πλουραλιστική κοινωνία. Η θανατική ποινή καταργήθηκε. Εκατοντάδες χιλιάδες εξαθλιωμένοι χωρικοί γλίτωσαν από το θάνατο. Δόθηκαν εκτάσεις σε περισσότερες από 100.000 οικογένειες. Χτίστηκαν 2.000 σχολεία. Μια αξιοσημείωτη εκστρατεία κατά του αναλφαβητισμού περιόρισε το ποσοστό των αναλφάβητων στη χώρα σε λιγότερο από το ένα έβδομο. Υιοθετήθηκε η δωρεάν παιδεία και η δωρεάν ιατρική περίθαλψη. Η παιδική θνησιμότητα μειώθηκε κατά το ένα τρίτο. Η πολιομυελίτιδα εξαφανίστηκε.

Οι ΗΠΑ αποδοκίμασαν αυτά τα επιτεύγματα ως απόρροια μαρξιστικής/λενινιστικής προσπάθειας χειραγώγησης της κοινωνίας. Κατά την άποψη της αμερικανικής κυβέρνησης αυτό αποτελούσε ένα επικίνδυνο παράδειγμα. Εάν επέτρεπαν στη Νικαράγουα να αποκτήσει βασικούς κανόνες κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης, εάν της επέτρεπαν να ανεβάσει το επίπεδο της ιατρικής περίθαλψης και της παιδείας και να ανακτήσει την κοινωνική της ενότητα και την εθνική υπερηφάνεια, τότε και οι γειτονικές χώρες θα έθεταν τα ίδια ερωτήματα και θα είχαν ανάλογες απαιτήσεις. Την εποχή εκείνη υπήρχε σφοδρή αντίσταση απέναντι στο καθεστώς του Ελ Σαλβαδόρ. Μίλησα νωρίτερα για ένα “υφαντό ψεμάτων” που μας περιβάλλει. Ο πρόεδρος Ρίγκαν συχνά περιέγραφε τη Νικαράγουα ως ένα “απολυταρχικό μπουντρούμι”. Τα ΜΜΕ και φυσικά η βρετανική κυβέρνηση αξιολογούσαν τον σχολιασμό αυτό ως ακριβή και δίκαιο. Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρξαν αποδείξεις για τη δράση αποσπασμάτων θανάτου την περίοδο της διακυβέρνησης των Σαντινίστας. Δεν υπήρξαν αναφορές για βασανιστήρια. Ούτε απόδειξη συστηματικής στρατιωτικής αυθαιρεσίας. Κανένας ιερέας δεν δολοφονήθηκε στη Νικαράγουα από την κυβέρνηση. Αντίθετα μάλιστα στην κυβέρνηση συμμετείχαν τρεις ιερείς, δύο Ιησουίτες κι ένας ιεραπόστολος του τάγματος Maryknoll. Τα απολυταρχικά μπουντρούμια βρίσκονταν στη διπλανή πόρτα, στο Ελ Σαλβαδόρ και τη Γουατεμάλα. Οι ΗΠΑ ανέτρεψαν τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Γουατεμάλα το 1954 και σύμφωνα με εκτιμήσεις ο αριθμός των θυμάτων από τα δικτατορικά καθεστώτα που ακολούθησαν ανήλθε σε 200.000.

Έξι από τους παγκοσμίως πιο διακεκριμένους Ιησουΐτες δολοφονήθηκαν στο Πανεπιστήμιο Κεντρικής Αμερικής του Σαν Σαλβαδόρ το 1989 από ένα τάγμα στρατιωτών που ανήκε στο σύνταγμα Αλκάτλ το οποίο είχε εκπαιδευτεί στο Φορτ Μπένινγκ στην Τζόρτζια των ΗΠΑ. Αυτός ο εξαιρετικά γενναίος άνδρας, ο Αρχιεπίσκοπος Ρομέρο δολοφονήθηκε την ώρα που έψελνε τη λειτουργία. Υπολογίζεται ότι 75.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν. Γιατί; Διότι πίστευαν ότι μια καλύτερη ζωή είναι εφικτή και οφείλουν να την επιδιώξουν. Αυτή η πίστη τούς χαρακτήριζε αυτομάτως κομμουνιστές. Σκοτώθηκαν επειδή τόλμησαν να αμφισβητήσουν το καθεστώς, την πείνα, τις ασθένειες, την εξαθλίωση και την καταπίεση που ήταν η προδιαγεγραμμένη μοίρα τους.

Οι ΗΠΑ τελικώς κατάφεραν να ανατρέψουν την κυβέρνηση των Σαντινίστας. Χρειάστηκε να περάσουν μερικά χρόνια και να καμφθεί η αξιοσημείωτη αντίσταση. Τα αδυσώπητα οικονομικά βασανιστήρια και οι 30.000 νεκροί έκαμψαν το ηθικό του λαού της Νικαράγουα. Είχε εξαντληθεί και εξαθλιωθεί. Αμέσως μετά, τα καζίνα επέστρεψαν στη χώρα. Η δωρεάν υγεία και παιδεία καταργήθηκαν. Οι μεγάλες εταιρείες επέστρεψαν, εκδικητικές. Η “Δημοκρατία” είχε θριαμβεύσει.

Αλλά αυτή η πολιτική σε καμία περίπτωση δεν περιορίστηκε στην κεντρική Αμερική. Ενορχηστρώθηκε σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ήταν χωρίς τέλος και σαν να μη συνέβη ποτέ.

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ΗΠΑ στήριξαν και σε πολλές περιπτώσεις εξέθρεψαν κάθε δεξιά στρατιωτική δικτατορία στον πλανήτη. Αναφέρομαι στις χώρες: Ινδονησία, Ελλάδα, Ουρουγουάη, Βραζιλία, Παραγουάη, Αϊτή, Τουρκία, Φιλιππίνες, Γουατεμάλα, Ελ Σαλβαδόρ και φυσικά στη Χιλή. Δεν υπάρχει ούτε κάθαρση ούτε συγχώρεση για τις ΗΠΑ μετά τον τρόμο που επέβαλαν στο Χιλή το 1973. Εκατοντάδες χιλιάδες θάνατοι σημειώθηκαν σε όλες αυτές τις χώρες. Συνέβησαν στα αλήθεια; Και για όλους αυτούς ευθύνεται η αμερικανική εξωτερική πολιτική; Η απάντηση είναι ναι. Αλλά πώς θα μπορούσατε να το γνωρίζετε; Αυτά δεν συνέβησαν ποτέ. Τίποτε ποτέ δεν συνέβη. Ακόμα και τότε που συνέβαινε δεν συνέβη. Δεν είχε καμία σημασία. Και κανένα ενδιαφέρον. Τα εγκλήματα των ΗΠΑ υπήρξαν συστηματικά, διαρκή, διεφθαρμένα, ανήθικα, αμείλικτα αλλά ελάχιστοι άνθρωποι μίλησαν γι’ αυτά. Πρέπει να παραδεχτούμε την Αμερική για το εξής. Εξάσκησε μια κλινική χειραγώγηση κατά την άσκηση παγκόσμιας εξουσίας ενώ την ίδια στιγμή υποδυόταν τη δύναμη του παγκόσμιου καλού. Είναι μια λαμπρή, ευφυής, επιτυχής πράξη ύπνωσης.

Λέω ότι η Αμερική αναμφίβολα συνεχίζει να πραγματοποιεί το μεγαλύτερο σόου στον πλανήτη. Μπορεί να είναι κτηνώδης, αδιάφορη, περιφρονητική και ανηλεής, αλλά είναι επίσης πολύ έξυπνη. Σαν καλός έμπορος ενδιαφέρεται για το δικό της συμφέρον και το πιο ευπώλητο αγαθό της είναι ο αυτοθαυμασμός της. Είναι νικήτρια. Ακούστε όλους τους Αμερικανούς προέδρους στην τηλεόραση να λένε τις λέξεις “Ο αμερικανικός λαός” όπως π.χ. στη φράση “Λέω στον αμερικανικό λαό πως ήρθε η ώρα να προσευχηθούμε και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα του αμερικανικού λαού γι’ αυτό ζητώ από τον αμερικανικό λαό να εμπιστευτεί τον πρόεδρό του και τις πράξεις που αυτός πρόκειται να αναλάβει για λογαριασμό του αμερικανικού λαού”.

Είναι ένα ευφυές στρατήγημα. Η γλώσσα χρησιμοποιείται για να καταστείλει τη σκέψη. Οι λέξεις “ο αμερικανικός λαός” δημιουργούν ένα βολικό μαξιλάρι που καθησυχάζει τις μάζες. Δεν χρειάζεται να σκέφτεται κανείς. Απλώς να βυθίζεται στο μαξιλάρι του. Μπορεί το μαξιλάρι να πνίγει την νοημοσύνη ή την κριτική σκέψη, αλλά είναι και εξαιρετικά άνετο. Αυτό δεν ισχύει βεβαίως για τα 40 εκατομμύρια Αμερικανών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, ούτε για τα 2 εκατομμύρια ανδρών και γυναικών που κρατούνται στα αχανή γκουλάγκ των αμερικανικών φυλακών.

Οι ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονται πλέον για συγκρούσεις χαμηλής έντασης. Δεν βρίσκουν κανένα λόγο γιατί να είναι επιφυλακτικές ή ακόμα και να δρουν παρασκηνιακά. Ανοίγουν τα χαρτιά τους στο τραπέζι, χωρίς να φοβούνται ή να έχουν τη διάθεση να κάνουν παραχωρήσεις. Δεν τους καίγεται καρφί για τον ΟΗΕ, το διεθνές δίκαιο ή την κριτική των διαφωνούντων, την οποία αντιμετωπίζουν ως ασήμαντη. Έχουν δεμένο στο λουρί τους το κλαψιάρικο μικρό αρνάκι τους, την αξιολύπητη και νωθρή Μεγάλη Βρετανία.

Τι απέγινε η ηθική μας ευαισθησία; Είχαμε ποτέ κάτι τέτοιο; Τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις; Μήπως αναφέρονται σε μια έννοια που σπάνια χρησιμοποιείται σήμερα-τη συνείδηση; Τη συνείδηση που δεν έχει να κάνει μόνο με τις δικές μας πράξεις αλλά και με την συνυπευθυνότητά μας για τις πράξεις άλλων; Είναι όλα αυτά νεκρά; Κοιτάξτε το Γκουαντανάμο Μπέι. Εκατοντάδες άνθρωποι κρατούνται εκεί για περισσότερα από τρία χρόνια, χωρίς καν να τους έχει απαγγελθεί κατηγορία, χωρίς να έχουν νομική εκπροσώπηση, χωρίς να έχουν περάσει από δίκη, ουσιαστικά κρατούνται για πάντα. Αυτή η απολύτως παράνομη κατάσταση συνεχίζεται κατά παράβαση της Συνθήκης της Γενεύης. Και η λεγόμενη “διεθνής κοινότητα” όχι μόνο το ανέχεται αλλά ούτε καν ασχολείται. Αυτό το έγκλημα διαπράττεται από μια χώρα που αυτοανακηρύσσεται “ηγέτης του ελεύθερου κόσμου”. Σκεφτόμαστε τους έγκλειστους του Γκουαντανάμο Μπέι; Τι λένε για αυτούς τα ΜΜΕ; Οι κρατούμενοι του Γκουαντανάμο εμφανίζονται περιστασιακά σε ένα μονόστηλο στη σελίδα 6. Έχουν αποσταλεί στη χώρα του πουθενά και μάλλον δεν θα επιστρέψουν ποτέ.

Σήμερα πολλοί που κάνουν απεργία πείνας δέχονται τροφή με το ζόρι, ανάμεσα τους και Βρετανοί πολίτες. Καμία λεπτότητα σ’ αυτή τη βίαιη διαδικασία. Κανένα ηρεμιστικό ή αναισθητικό. Μόνο ένας σωλήνας χωμένος από τη μύτη στο λαιμό σου. Φτύνεις αίμα. Αυτό είναι βασανιστήριο. Τι είπε γι’ αυτό ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών; Τίποτα. Τι είπε ο Βρετανός πρωθυπουργός; Τίποτα. Γιατί; Διότι οι ΗΠΑ έχουν πει: οποιαδήποτε κριτική σε όσα πράττουμε στο Γκουαντανάμο Μπέι συνιστά εχθρική πράξη. ‘Η είστε μαζί μας, ή εναντίον μας. Έτσι ο Μπλερ το βουλώνει. Η εισβολή στο Ιράκ ήταν μια ληστρική πράξη, ενός αιματηρού τρομοκρατικού καθεστώτος που περιφρονεί κάθε έννοια διεθνούς δικαίου. Ήταν μία αυθαίρετη στρατιωτική επιχείρηση βασισμένη σε μια ατελείωτη σειρά ψεμάτων και χυδαίας χειραγώγησης των ΜΜΕ και κατ’ επέκταση της κοινής γνώμης. Μια πράξη που ενώ υποδυόταν την απελευθέρωση, αποσκοπούσε στην εδραίωση του στρατιωτικού και οικονομικού ελέγχου των Αμερικανών στη Μέση Ανατολή -ως τελευταία πηγή πρώτων υλών. Όλες οι υπόλοιπες δικαιολογίες απέτυχαν. Αυτή ήταν η επιβλητική επίδειξη μιας στρατιωτικής δύναμης υπεύθυνης για το θάνατο και τον ακρωτηριασμό χιλιάδων και χιλιάδων αθώων ανθρώπων.

Φέραμε τα βασανιστήρια, τις έξυπνες βόμβες, το απεμπλουτισμένο ουράνιο, τις αμέτρητες τυφλές δολοφονίες, την εξαθλίωση και τον θάνατο στον ιρακινό λαό και είπαμε πως φέραμε “ελευθερία και δημοκρατία στη Μέση Ανατολή”.

Πόσους ανθρώπους πρέπει να σκοτώσετε προκειμένου να χαρακτηριστείτε κατά συρροή δολοφόνοι και εγκληματίες πολέμου; Εκατό χιλιάδες; Είναι ένας αρκετά μεγάλος αριθμός, θα έλεγα. Δεν είναι, επομένως, δίκαιο ο Μπους και ο Μπλερ να προσαχθούν ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου Εγκλημάτων Πολέμου; Αλλά ο Μπους υπήρξε έξυπνος. Δεν αναγνώρισε το Δικαστήριο. Έτσι, εάν ένας Αμερικανός στρατιώτης ή και πολιτικός βρεθεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου, ο Μπους έχει προειδοποιήσει ότι θα στείλει τους πεζοναύτες. Ο Μπλερ όμως το αναγνώρισε και γι αυτό θα μπορούσε να περάσει από δίκη. Μπορούμε να δώσουμε στο Δικαστήριο τη διεύθυνσή του για την περίπτωση που θα ενδιαφερθεί να τον βρει. Μένει στο νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ στο Λονδίνο.

Εντός αυτού του πλαισίου, ο θάνατος είναι ένα άσχετο θέμα. Τόσο ο Μπους όσο και ο Μπλερ αδιαφορούν. Τουλάχιστον 100.000 Ιρακινοί σκοτώθηκαν από αμερικανικές βόμβες και πυραύλους προτού να ξεκινήσει η εισβολή στο Ιράκ. Αυτοί οι άνθρωποι δεν υπήρξαν. Ούτε ο θάνατός τους υπήρξε. Κενό. Δεν κατεγράφησαν καν ως νεκροί. “Δεν μετράμε πτώματα”, δήλωσε ο Αμερικανός στρατηγός Τόμι Φρανκς.

Τις πρώτες μέρες της εισβολής δημοσιεύτηκε μια φωτογραφία στις πρώτες σελίδες των βρετανικών εφημερίδων στην οποία ο Τόνι Μπλερ φιλούσε στο μάγουλο ένα μικρό αγόρι απ’ το Ιράκ. «Ένα παιδάκι, γεμάτο ευγνωμοσύνη», έγραφε η λεζάντα. Λίγες μέρες αργότερα, σε εσωτερικές σελίδες δημοσιεύτηκε ένα ρεπορτάζ και μια φωτογραφία ενός άλλου, 4χρονου αγοριού χωρίς χέρια. Η οικογένειά του ανατινάχτηκε από έναν πύραυλο. Μόνο εκείνο είχε επιζήσει. «Πότε θα έχω τα χέρια μου ξανά», ρωτούσε το παιδί. Δεν διαβάσαμε τη συνέχεια. Φυσικά αυτό το αγόρι δεν το κράτησε ο Τόνι Μπλερ στην αγκαλιά του, ούτε βέβαια το σώμα οποιουδήποτε άλλου ακρωτηριασμένου παιδιού, ούτε κάποιο σώμα βουτηγμένο στο αίμα. Το αίμα είναι βρώμικο. Σου λερώνει το πουκάμισο και τη γραβάτα όταν πρόκειται να κάνεις δηλώσεις στην τηλεόραση.

Οι 2.000 νεκροί Αμερικανοί είναι μια ντροπή. Μεταφέρονται νύχτα στους τάφους τους. Οι κηδείες γίνονται διακριτικά, σε κάποιο απομονωμένο μέρος. Οι ακρωτηριασμένοι σαπίζουν στα κρεβάτια τους, μερικοί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Οι νεκροί και οι ακρωτηριασμένοι σαπίζουν σε διαφορετικά είδη τάφων.

Να κι ένα απόσπασμα ενός ποιήματος του Πάμπλο Νερούδα, με τίτλο “Εξηγώ μερικά πράγματα”.

“…Και ένα πρωί όλα αυτά καίγονταν
κι ένα πρωί οι φωτιές
βγαίναν από τη γη
κατατρώγοντας όντα,
κι από τότε φωτιά,
και μπαρούτι από τότε,
κι από τότε αίμα.
Κακούργοι, μ’ αεροπλάνα και μαυριτάνους
κακούργοι με δαχτυλίδια και δουκέσες
κακούργοι που τους ευλογούσαν μαύροι καλόγεροι
ερχόνταν απ τον ουρανό να σκοτώσουν παιδάκια,
και μες στους δρόμους το παιδικό το αίμα
έτρεχε, έτσι, απλά, σαν αίμα παιδικό.
Τσακάλια που και το τσακάλι τα αποκρούει,
πέτρες που το ξεράγκαθο θα δάγκανε φτύνοντας,
οχιές που και οι οχιές θα μισούσαν!
Είδα μπροστά σας το αίμα
της Ισπανίας να ορθώνεται
για να σας πνίξει σε ένα μόνο κύμα
περηφάνιας και μαχαιριών!
Στρατηγοί
προδότες:
Κοιτάτε το νεκρό μου σπίτι,
κοιτάτε τη ρημαγμένη Ισπανία.
Όμως από κάθε νεκρό σπίτι βγαίνει
πυρωμένο μέταλλο
αντί λουλούδια,
όμως από κάθε λάκκο της Ισπανίας
βγαίνει η Ισπανία,
κι από κάθε νεκρό παιδί βγαίνει
ένα ντουφέκι με μάτια,
κι από κάθε έγκλημα γεννιούνται σφαίρες
που κάποια μέρα θα σας βρούνε
ίσα στην καρδιά.
Θα ρωτήσετε: γιατί η ποίησή του
δεν μας μιλάει για το όνειρο, για τα φύλλα,
για τα μεγάλα ηφαίστεια της γενέθλιας γης του;
Ελάτε να δείτε το αίμα στους δρόμους,
ελάτε να δείτε
το αίμα στους δρόμους,
ελάτε να δείτε το αίμα
στους δρόμους!”
Να ξεκαθαρίσω εδώ ότι αναφέροντας το ποίημα του Νερούδα δεν θέλω σε καμία περίπτωση να συγκρίνω τη Δημοκρατική Ισπανία με το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν. Αναφέρομαι στον Νερούδα γιατί πουθενά στην σύγχρονη ποίηση δεν έχω διαβάσει τόσο συγκλονιστική και αληθινή περιγραφή του βομβαρδισμού αμάχων.

Είπα νωρίτερα ότι οι ΗΠΑ ανοίγουν πια τα χαρτιά τους στο τραπέζι χωρίς να ντρέπονται. Έτσι είναι. Η επίσημη πολιτική τους καθορίζεται ως “κυριαρχία σε όλο το φάσμα”. Δεν είναι δικός μου ο όρος, είναι δικός τους. “Κυριαρχία σε όλο το φάσμα” σημαίνει έλεγχο σε ξηρά, θάλασσα, αέρα, διάστημα και σε όλες τις πηγές πρώτων υλών.

Οι ΗΠΑ διαθέτουν σε 132 χώρες του πλανήτη συνολικά 702 στρατιωτικές βάσεις, με την εξέχουσα εξαίρεση της Σουηδίας. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς έφτασαν εκεί αλλά πάντως είναι εκεί.

Οι ΗΠΑ διαθέτουν 8.000 οπλισμένες πυρηνικές κεφαλές έτοιμες να χρησιμοποιηθούν. Οι 2.000 από αυτές μπορούν να πυροδοτηθούν μέσα σε 15 λεπτά. Τώρα κατασκευάζονται νέα συστήματα πυρηνικών όπλων, γνωστά ως “θραύστες καταφυγίων”. Οι Βρετανοί, πάντα συνεργάσιμοι, σχεδιάζουν να αντικαταστήσουν το δικό τους πυρηνικό πύραυλο “Trident” (Τρίαινα). Αναρωτιέμαι ποιος είναι στο στόχαστρο. Ο Οσάμα μπιν Λάντεν; Εσύ; Εγώ; Ο κύριος Κανένας; Η Κίνα; Το Παρίσι; Ποιος ξέρει; Ο,τι ξέρουμε είναι ότι αυτή η παιδιάστικη τρέλα -η κατοχή και η απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων- αποτελεί τον πυρήνα της σημερινής αμερικανικής πολιτικής φιλοσοφίας. Πρέπει να θυμίζουμε στον εαυτό μας ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο και ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι είναι πρόθυμες να χαλαρώσουν.

Αρκετές χιλιάδες, αν όχι εκατομμύρια, άνθρωποι στις ΗΠΑ είναι αποδεδειγμένα αηδιασμένοι, ντροπιασμένοι και εξοργισμένοι από τις πράξεις της κυβέρνησής τους, άλλά έτσι όπως έχουν τα πράγματα δεν είναι μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη-ακόμα. Αλλά το άγχος, η ανασφάλεια και ο φόβος που βλέπουμε καθημερινά να μεγαλώνουν στις ΗΠΑ, είναι μάλλον απίθανο να μειωθούν.

Γνωρίζω ότι ο πρόεδρος Μπους έχει στη διάθεσή του πολλούς εξαιρετικά ικανούς ανθρώπους που γράφουν τους λόγους του, αλλά δηλώνω κι εγώ εθελοντής γι’ αυτή τη δουλειά. Προτείνω την εξής σύντομη ομιλία την οποία μπορεί να απευθύνει από τηλεοράσεως στο αμερικανικό έθνος. Τον βλέπω μπροστά μου επίσημο, χτενισμένο προσεκτικά, σοβαρό, έτοιμο να σε κερδίσει, ειλικρινή, συχνά σχεδόν γοητευτικό, μερικές φορές με ένα μισοειρωνικό χαμόγελο, παράξενα ελκυστικό. Το πρότυπο του άνδρα.

“Ο Θεός είναι καλός. Ο Θεός είναι μεγάλος. Ο Θεός μου είναι καλός. Ο Θεός του Μπιν Λάντεν είναι κακός. Είναι ένας κακός Θεός. Ο Θεός του Σαντάμ θα ήταν κακός, εάν εκείνος είχε Θεό. Ήταν ένας βάρβαρος. Εμείς δεν είμαστε βάρβαροι. Εμείς δεν κόβουμε τα κεφάλια των ανθρώπων. Εμείς πιστεύουμε στην ελευθερία. Το ίδιο κι ο Θεός. Εγώ δεν είμαι βάρβαρος. Είμαι ο δημοκρατικά εκλεγμένος ηγέτης ενός δημοκρατικού κράτους που λατρεύει την ελευθερία. Είμαστε μια φιλεύσπλαχνη κοινωνία. Κάνουμε φιλεύσπλαχνες εκτελέσεις στην ηλεκτρική καρέκλα ή με θανατηφόρες ενέσεις. Είμαστε ένα μεγάλο έθνος. Δεν είμαι δικτάτορας. Αυτός είναι. Δεν είμαι βάρβαρος. Αυτός είναι. Κι εκείνος είναι. Όλοι τους είναι. Έχω ηθικό κύρος. Βλέπετε τούτη τη γροθιά; Αυτή είναι το ηθικό μου κύρος. Και μη διανοηθείτε να το ξεχάσετε”.

Η ζωή ενός συγγραφέα είναι μια εξαιρετικά τρωτή, σχεδόν γυμνή δραστηριότητα. Δεν χρειάζεται να χύσουμε δάκρυα γι’ αυτό. Ο συγγραφέας κάνει την επιλογή του και επιμένει σ’ αυτήν. Αλλά η αλήθεια είναι ότι βρίσκεται εκτεθειμένος σε όλους τους ανέμους, που κάποιοι από αυτούς είναι παγωμένοι. Είναι εκεί έξω μόνος του, επί ξύλου κρεμάμενος. Δεν βρίσκει καταφύγιο και καμία προστασία -εκτός κι αν λέει ψέματα- οπότε στην περίπτωση αυτή έχει φτιάξει τη δική του προστασία και, όπως θα μπορούσε να πει κανείς, έχει γίνει πολιτικός. Αναφέρθηκα αρκετά φορές σήμερα στο θάνατο. Θα απαγγείλω τώρα ένα ποίημά μου, με τίτλο “Θάνατος”

“Πού βρέθηκε το νεκρό σώμα;
Ποιος βρήκε το νεκρό σώμα;
Όταν βρέθηκε το νεκρό σώμα ήταν νεκρό;
Ποιος ήταν το νεκρό σώμα;
Ποιος ήταν ο πατέρας ή η κόρη ή ο αδερφός
‘Η ο θείος ή η αδερφή ή η μητέρα ή ο γιος
Του νεκρού και παρατημένου σώματος;
Όταν παρατήθηκε ήταν νεκρό το σώμα;
Παρατήθηκε το σώμα;
Ποιος το είχε παρατήσει;
Ήταν γυμνό ή ντυμένο για ταξίδι το νεκρό σώμα;
Τι σ’ έκανε να δηλώσεις το νεκρό σώμα νεκρό;
Δήλωσες νεκρό το νεκρό σώμα;
Πόσο καλά ήξερες το νεκρό σώμα;
Πώς ήξερες ότι το νεκρό σώμα ήταν νεκρό;
Έκλεισες και τα δυο του μάτια;
Έθαψες το σώμα;
Το παράτησες;
Φίλησες το νεκρό σώμα;”.
Όταν κοιτάμε σε έναν καθρέφτη νομίζουμε ότι η αντανάκλασή μας είναι ακριβής. Αλλά αν μετακινηθούμε κατά ένα χιλιοστό η εικόνα αλλάζει. Ουσιαστικά κοιτάμε μια ατελείωτη σειρά αντικατοπτρισμών. Όμως, κάποιες φορές ο συγγραφέας οφείλει να σπάσει τον καθρέφτη-γιατί η αλήθεια μάς κοιτά στα μάτια από την άλλη πλευρά αυτού του καθρέφτη.

Πιστεύω ότι παρά τα τεράστια, υπαρκτά εμπόδια, υψίστης σημασίας υποχρέωση που μας αφορά όλους, εμάς τους πολίτες, είναι να έχουμε ατρόμητη, απαρέγκλιτη, άγρια πνευματική αποφασιστικότητα για να ορίσουμε την πραγματική αλήθεια της ζωής μας και της κοινωνίας μας. Είναι επιτακτική ανάγκη.

Εάν μια τέτοια στάση δεν ενσωματωθεί στο πολιτικό μας όραμα δεν έχουμε καμία ελπίδα να αποκαταστήσουμε ό,τι σχεδόν έχουμε χάσει: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια» 


ΠΗΓΗ: Παν. Βήχος