ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

ΠΟΙΗΣΗ

ΕΝΘΕΤΟ

ΚΑΤΟΠΙΝ ΣΚΕΨΗΣ

ΠΟΙΗΣΗ

Advertise Space

ΑΝΑΛΟΓΙΟ

ΕΙΚΟΝΑ

ΗΧΟΣ

Προσφατες Αναρτησεις

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017




     Όποιος επιδιώκει την εξουσία θέλει να τον βρίσκουν συμπαθητικό. Θέλει να μιλά ο λαός γι' αυτόν γεμάτος εκτίμηση και να τον κοιτά με θαυμασμό. Λαχταρά χτυπήματα στην πλάτη και ζητωκραυγές όταν θα βγαίνει από τη λιμουζίνα του. Έχει τις καλύτερες προθέσεις για τους ανθρώπους.
     Σε αντίθεση με την κοινή γνώμη, που θέλει όλους τους ισχυρούς και τους πεινασμένους για εξουσία να είναι κακοί τύποι, με κυνικό πνεύμα και μια καταστροφική διάθεση, εγώ τους θεωρώ εξ ορισμού εξαιρετικά πλάσματα. Είναι ακριβώς η καλοσύνη τους που τους έχει κάνει τόσο κακούς και καταστρεπτικούς.
     Διότι να πως έχουν τα πράγματα: ας υποθέσουμε ότι είσαι δήμαρχος σ' ένα χωριό όπου κάθε μέρα δεκάδες βυτιοφόρα με βενζίνη και δηλητηριώδεις ουσίες διασχίζουν την κεντρική οδό μουγκρίζοντας. Αργά η γρήγορα θα πρέπει να συμβεί ένα ατύχημα, με όλες τις καταστροφικές του συνέπειες. Κατανοείς, κάτω από το πρίσμα της υπευθυνότητας σου και της ανεξέλεγκτης αγάπης σου για τον πληθυσμό, ότι πρέπει να παρθούν μέτρα: μια παράκαμψη, μια απαγόρευση κυκλοφορίας, ένας καινούργιος περιφερειακός, και ό,τι άλλο – με την προϋπόθεση ότι πρέπει να τραβηχτεί μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην επικίνδυνη μεταφορά και την αστική περιοχή. Τάσσεσαι νέτα σκέτα με όλους τους διαμαρτυρόμενους χωριάτες και προειδοποιείς την ανώτερη κυβέρνηση για οικονομικές επιδοτήσεις και βιασύνη. Παίρνεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Είσαι σε τοπικό επίπεδο το αντηχείο της προόδου. Εκπροσωπείς, συνοψίζοντας τα πιο σημαντικά για το χωριό σου, την εγγύηση για ειρήνη και ασφάλεια.
     Η λάμψη του ρόλου σου αρχίζει να ξεθωριάζει μόλις ο περιφερειακός – ή ο παρακαμπτήριος, ή η απαγόρευση της κυκλοφορίας – πραγματοποιηθεί. Οι άνθρωποι είναι τρομεροί ξεχασιάρηδες. Οι χωριανοί σου, τα αχάριστα σκυλιά, θα αρχίσουν ακόμα και να νομίζουν ότι είχαν δικαίωμα να μην πεταχτεί κανένα εκρηκτικό βαρέλι στις προσόψεις των σπιτιών τους. Δεν το βλέπουν πια ως ένα δικό σου δώρο, του δημάρχου.
     Δεν πρόκειται ποτέ ξανά να συμβεί κανένα ατύχημα. Επομένως δεν θα έχουν επίσης ποτέ την ευκαιρία να σου είναι ευγνώμονες. Ποτέ ξανά, - μέσω μιας μεγαλειώδους έκρηξης με πολλούς νεκρούς και μιας ποσότητας τραυματιών που κόβει ακόμη περισσότερο την ανάσα – δεν θα μπορούσαν να είναι σε θέση να παρέχουν αποδείξεις της γενναιοδωρίας σου.
     Όποιος θέλει να κάνει το καλό στην πολιτική (και πως αλλιώς θα μπορούσες να φτάσεις εκεί τόσο ψηλά) έχει όφελος από την καταστροφή. Ένας τέτοιος δεν θέλει να αποκλείσει μια καταστροφή εκ των προτέρων. Θα σηκώσει, όσο αναφορά αυτήν, τα μανίκια του αντιθέτως για να δημιουργηθούν οι συνθήκες αυτές. Έτσι που και που εξυπηρετεί να θυσιάζει κάποιον, ούτως ώστε  να μπορούν οι άλλοι να ξαναπούν: «Κοίτα, αυτός είναι ο άνθρωπος που έσωσε τις ζωές μας».
     Υπόθεσε, ότι ζεις σε μια χώρα που ο δήμαρχος εκλέγεται. Στον πιο μικρούτσικο δήμο. Αυτός ο δήμος δεν έχει δικό του νεκροταφείο. Υπόσχεσαι στον πληθυσμό ότι θα έχει την μεγαλύτερη περηφάνια για την κατοχή του – μόλις θα έχεις την εξουσία να το θέσεις επί τάπητος. Το βομβαρδίζεις ως το κυριότερο σημείο του προγράμματός σου. Αλλά κατά τη διάρκεια της προεκλογικής σου εκστρατείας δεν θέλει κανένας από τους χωριανούς να πεθάνει. Εδώ και εκεί ακούς ακόμη και να μουρμουράνε: “Γιατί στο καλό να χρειαζόμαστε ένα νεκροταφείο;”
     Στον περίγυρό σου δεν υπάρχει ούτε ένας που να έχει κάποια ανησυχητική ασθένεια. Η κριτική στο ουμανιστικό προεκλογικό σου σλόγκαν αυξάνει. Καμιά έξαρση γρίπης δεν παρατηρείται. Καμιά φουσκάλα για να σου αναπτερώσει τις ελπίδες. Δεν θα ερχόσουν τότε πραγματικά στον πειρασμό, αν η εξουσία σού είναι αγαπητή, εδώ και εκεί να χαλαρώσεις ένα πλακάκι από το πεζοδρόμιο, να λερώσεις ένα σηματοδότη, ή να οργανώσεις έναν αγώνα μετ' εμποδίων για ηλικιωμένους; Έτσι ώστε εγκαίρως να έχεις ένα θύμα, μετά το οποίο όλοι θα συνειδητοποιήσουν την ύψιστη ανάγκη του νεκροταφείου σου και σε ανακηρύξουν ως τον άνθρωπο που ξέρει τι επιθυμεί ο λαός;
     Δείξε συμπόνοια στους ισχυρούς και στους παθιασμένους για την εξουσία. Τους κοστίζει τόσο πολύ κόπο να πείσουν για την καλοσύνη τους ένα διαρκώς έτοιμο για υποψίες κοινό. Έφερα δύο παραδείγματα σε τοπικό επίπεδο. Αναφερόμουν στη φροντίδα των άχρηστων ηγεμονίσκων. Και σε διεθνές επίπεδο επίσης...


Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

 Μάνος Χατζιδάκις (1925 - 1994)


Από τα Σχόλια του Τρίτου
[Β.9] Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε.

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και ή πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει ή ομορφιά.
Ο Φρανκενστάιν έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι Ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι ολομόναχο χορεύει με πάθος ένα ταγκό ελλειπτικό. Δεν υπάρχει Μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος και αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των εξαφανισθέντων, βασανισθέντων και νεκρών. Και το ταγκό να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στις φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της Γης. Εκατομμύρια περισσότεροι απ’ όσους εννοούνε ν’ αντιδράσουνε στο τέρας, και εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στις αγροτικές ερημιές.
Από την ώρα πού ο Φρανκενστάιν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι πού σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται
Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τι να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, πού όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;
Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και ή ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, πού προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.
Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς. Κι ο εχθρός γεννιέται, δεν γίνεται. Μας παρακολουθεί απ’ το σχολείο, σαν ήμασταν παιδιά, κι επιζητεί τον εξαφανισμό μας. 
Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν ή πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
- Πως λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω καί τόν κοιτώ στα μάτια. 
Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, πού με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

Ή μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, πού επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα να προφυλλαχτούν από τις πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, και την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη ορθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στο μεταξύ και η εφαρμογή του Οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, η μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζή.
Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Σαίξπηρ, Σίλλερ και Αισχύλο, μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τας μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις Τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Ή κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο.
Το ερώτημα περνάει απ’ τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;
Θυμάστε τι έγινε στην «Ερωφίλη», από την προηγούμενη φορά. Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε η μορφή ενός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα, εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπο του η μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.
Αυτό σημαίνει πώς ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πώς δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.

(Κυριακή, 30.7.1978)

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017


Τρύφων Λιώτας
Ο "Υπέροχος" (Marvellous, 2014, UK) είναι μια ταινία που έγινε για την αγγλική τηλεόραση και ο τίτλος της δεν είναι αρκετός για να την περιγράψει. Είναι μια ταινία που θα σας κάνει να γελάσετε, να κλάψετε και μάλιστα πολλές φορές ταυτόχρονα. Δεν πρόκειται να λαθέψετε σε όποιον και αν την προτείνετε.
Είναι η πραγματική ιστορία - βιογραφία του Neil Baldwin, ενός αθώου, αφελή, μικρόσωμου τύπου με δυσκολίες μάθησης, που όμως είναι οπλισμένος με άλλα χαρίσματα: θετικισμό, μια ασυνήθιστη αγάπη για τη ζωή και τις ανεξάντλητες δυνατότητες που αυτή μπορεί να προσφέρει, μια δυνατότητα να τελειώνει τη συζήτηση με φαινομενικώς ανακολουθίες, αλλά πάντα λογικές, αφήνοντας τους συνομιλητές του άφωνους, μια ατρόμητη προσωπικότητα και ένα αδάμαστο πνεύμα. Ζει την ημέρα χωρίς να σκέφτεται το αύριο, αφού το πιο σημαντικό γι’ αυτόν είναι να είσαι ευτυχισμένος («πάντα ήθελα να είμαι ευτυχισμένος, έτσι αποφάσισα να είμαι»), παίρνοντας πάντα αυτό που θέλει, απλά ζητώντας το: «Θα με πας ως εκεί; Μα δεν είναι ο δρόμος μου! Είναι, αν πας από εκεί για να μ’ αφήσεις». Δεν αφήνει τις αρνητικές κριτικές των άλλων ή τους περιορισμούς που του έχει θέσει η φύση να του χαλάσουν τις επιθυμίες και τα όνειρά του ή να μην αξιοποιήσει την όποια ευκαιρία του παρουσιάζεται. Το αποτέλεσμα είναι απίστευτο ταξίδι μέσα σε μια πιο γεμάτη, πιο ενδιαφέρουσα και πιο ολοκληρωμένη ζωή από αυτήν που έχουμε οι περισσότεροι από εμάς.
Κλόουν για να κάνει τους άλλους να γελάνε, αυτοδιορισμένος για την υποδοχή των νέων φοιτητών στο πανεπιστήμιο γιατί «είναι καλό να είσαι ευγενικός με τους ανθρώπους», υπεύθυνος ατομικών ειδών των ποδοσφαιριστών της αγαπημένης του ποδοσφαιρικής ομάδας, διευθυντής της δικιάς του ποδοσφαιρικής ομάδας, γνωστός και φίλος με διασημότητες μεταξύ άλλων, με μέλη του κοινοβουλίου, προπονητές, ποδοσφαιριστές, διαιτητές και αρχιεπισκόπους.
Ο ηθοποιός (Toby Jones) που τον προσωποποιεί είναι εκπληκτικός όπως και οι υπόλοιποι ηθοποιοί. Η ιδέα του σκηνοθέτη να παρουσιάζει τον πραγματικό Neil, όπως και άλλες γνωστές προσωπικότητες σε διάφορες στιγμές του έργου είναι μοναδική αλλά και απαραίτητη γιατί οι ιστορίες είναι τόσο απίστευτες που πρέπει να υπενθυμίζεται με μικρά ιντερλούδια και στιγμιότυπα ότι είναι και πραγματικές. Μπορείτε να την δείτε εδώ.
Πρόκειται για μια ταινία όπου υμνείται η ατομικότητα του ανθρώπου. Ο σκοπός του ανθρώπου πρέπει να είναι η μεγαλύτερη δυνατή και πιο αρμονική ανάπτυξη σε ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό σύνολο. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται προσπάθεια ενώ προϋποθέτει ελευθερία αλλά και ποικιλία καταστάσεων. Μέσα από τις δικές του αποφάσεις και πράξεις θα αναπτυχθεί. Αυτό με τη σειρά του θα οδηγήσει σε αυτό που αποκαλούμε «αυθεντικότητα της προσωπικότητας». Η αντίληψη, η κρίση, η διάκριση, η πνευματική λειτουργία και η ηθική προτίμηση είναι ικανότητες που αναπτύσσονται με την επιλογή. Μια επιλογή ελεύθερη και όχι βασισμένη σε έθιμα και συνήθειες ακόμα κι αν αυτές είναι σωστές. Το ηθικό και το πνευματικό είναι όπως οι μυείς: γυμνάζονται όταν χρησιμοποιούνται. Όποιος επαφίεται στην υποταγή και στην καθοδήγηση από αυθεντίες ή από γνώμες και από συνήθειες των πολλών δεν χρειάζεται να έχει άλλη ικανότητα από αυτήν του πιθήκου, δηλαδή τη μίμηση.
Δυστυχώς οι άνθρωποι πια δε ρωτάνε: «τι προτιμώ;» ή «τι ταιριάζει στη φύση μου;» ή «τι θα επιτρέψει το καλό και το υψηλό μέσα μου να μεγαλώσει και να ευδοκιμήσει;». Συνήθως ρωτάνε: «τι ταιριάζει στη θέση μου;» ή «τι θα έκαναν συνήθως οι άνθρωποι στη θέση μου;» ή ακόμα χειρότερα, «τι θα έκαναν άνθρωποι με θέση ανώτερη από τη δική μου;». Ούτε που τους περνά από το μυαλό να έχουν κάποια δικιά τους κλίση εκτός από αυτό που είναι συνηθισμένο. Έτσι το πνεύμα δαμάζεται και μπαίνει μόνο του κάτω από το ζυγό. Ακόμα και στις απολαύσεις τους απλά ακολουθούν ότι γίνεται από τους πολλούς. Περιορίζουν την εξάσκηση της επιλογής τους στα συνηθισμένα. Η ιδιαιτερότητα στο γούστο και η εκκεντρικότητα στη συμπεριφορά λοιδορούνται για να μην πω ότι αποφεύγονται σαν εγκλήματα: γιατί υπάρχει ηθική μομφή σε προτάσεις όπως: «κάνει αυτό που κανείς δεν κάνει» ή «δεν κάνει αυτό που κάνουν όλοι». Και αν βρεθεί κάποιος άμοιρος πολύ εκκεντρικός τότε από γραφικός γίνεται τρελός. Και όμως, υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων στις πηγές ευχαρίστησης, στην ευαισθησία του πόνου, στις φυσικές και ηθικές δράσεις που αν δεν υπάρχει μια ανάλογη διαφορά στους τρόπους ζωής τότε το άτομο δεν θα μπορέσει ούτε να ευτυχήσει, ούτε να αναπτύξει το πνευματικό, ηθικό και αισθητικό επίπεδο για το οποίο είναι ικανή η φύση του.
Ο ατομικός αυθορμητισμός δε θεωρείται ιδανικό, αντιθέτως οι πολλοί τον βλέπουν σαν προβληματικό ή ακόμη και ως κάτι το επαναστατικό. Μπορεί ο κόσμος να παραδέχεται ότι η κατανόηση πρέπει να έρχεται από εμάς αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τις επιθυμίες μας και τις παρορμήσεις μας. Ο μέσος όρος της ανθρωπότητας δεν είναι μόνο μέτριος στη διάνοια είναι και στις παρορμήσεις: δεν έχουν γούστα και επιθυμίες να κάνουν κάτι ασυνήθιστο. Πολλοί δε, νομίζουν ότι οι δυνατές επιθυμίες και παρορμήσεις μπορεί να κάνουν κακό αλλά πλανιούνται: μόνο οι αδύναμες συνειδήσεις κάνουν κακό. Οι επιθυμίες και οι παρορμήσεις είναι ενέργεια και ναι μεν είναι δυνατόν να τις κατευθύνουμε με κακό σκοπό αλλά περισσότερο καλό θα γίνει από μια ενεργητική φύση απ’ ότι από μια νωθρή και παθητική. Αυτοί που έχουν τις δικές τους επιθυμίες και παρορμήσεις είναι οι μόνοι που έχουν αυτό που ονομάζουμε χαρακτήρα. Αν συνδυάζονται και με ισχυρή θέληση έχουμε την ολοκληρωμένη προσωπικότητα: «Υπάρχει μόνο ένας Neil Baldwin».
Τώρα ίσως να φαίνεται καλύτερα η αξία της ατομικότητας. Μόνο με την καλλιέργεια και την επίκλησή της μπορούν οι άνθρωποι να γίνουν ευγενείς (δηλ. να δείχνουν ποιότητα και υψηλές ηθικές αρχές και ιδανικά) ώστε να αποτελέσουν όμορφα αντικείμενα στοχασμού από τους υπόλοιπους. Έτσι ενισχύεται ο δεσμός που ενώνει το άτομο με την κοινωνία. Οι άλλοι μπορούν να μάθουν κάτι καινούργιο από αυτούς (είτε πρόκειται για μια καινούργια αλήθεια, είτε για το γκρέμισμα κάποιας παλιάς). Η αυθεντικότητα ανοίγει τα μάτια των άλλων: τους δίνουν το παράδειγμα καλύτερων πρακτικών και συμπεριφορών με τα διαφορετικά πειράματα των ζωών τους και τις διαφορετικές προσωπικότητες τους, και ταυτόχρονα καλύτερο νόημα και γεύση στη ζωή: είναι το αλάτι της γης. Ναι μεν γίνεται το ίδιο το άτομο πιο ευτυχισμένο αλλά κάνοντας τη ζωή πιο πλούσια, κάνει και τους άλλους πιο ευτυχισμένους. Εξάλλου το άτομο με το να γίνεται πιο χρήσιμο για τον εαυτό του γίνεται παράλληλα και για τους άλλους. Ο διάσημος προπονητής της ομάδας που δούλευε ο Neil του είπε: «Κάποτε με ρώτησες ποια είναι η καλύτερη μεταγραφή που έκανα. Λοιπόν, εσύ ήσουν… με μεγάλη διαφορά.»
Οι μάζες και οι κυβερνήσεις είναι μια συλλογική μετριότητα. Η εισαγωγή όλων των σοφών και άξιων πραγμάτων γίνεται μόνο από τα άτομα. Αυτό πρέπει να το θυμόμαστε ειδικά σε μια εποχή που υπάρχει μια γενικευμένη τάση για αύξηση της ρύθμισης συμπεριφοράς και αποθάρρυνση ακροτήτων. Σε αυτό μπορούμε να προσθέσουμε και ένα ρεύμα «φιλανθρωπίας» για μια «ηθική και σεμνότυφη καλυτέρευση» των συνανθρώπων μας. Όλα αυτά οδηγούν τους ανθρώπους στο να μην επιθυμούν τίποτα ισχυρά. Το ιδανικό του χαρακτήρα έχει ήδη γίνει: «να είσαι χωρίς ιδιαίτερο χαρακτήρα». Η τυραννία της άποψης που κυριαρχεί, συνθλίβει – σαν τυλιγμένο γυναικείο κινέζικο πόδι – κάθε μέρος της ανθρώπινης φύσης που εξέχει κάνοντας κάθε άτομο παρόμοιο με το άλλο, σύμφωνα με ένα κοινό αποδεκτό πρότυπο. Ο δεσποτισμός του συνηθισμένου έχει γίνει το κύριο εμπόδιο της ανθρώπινης εξέλιξης αφού το δίκαιο και το σωστό έφτασαν να σημαίνουν συμμόρφωση στη συνήθεια. Πλέον το παράδειγμα της μη συμμόρφωσης, η απλή άρνηση υποταγής στο σύνηθες είναι από μόνο του πολύτιμο. Μόνο η αγάπη για την ελευθερία είναι ανταγωνιστική στο συνηθισμένο.
Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε την εκπαίδευση που φέρνει τους ανθρώπους κάτω από τις ίδιες επιρροές – αλήθειες (δεν είναι τυχαίο για την ανάπτυξη του Neil ότι την απέφυγε) , την πρόοδο της επικοινωνίας που δίνει πρόσβαση στα ίδια συναισθήματα, το εμπόριο και την τεχνολογία που βοηθούν στο να έχουν όλοι τα ίδια αντικείμενα φιλοδοξίας και το κατεστημένο που ενισχύει την μετριότητα της κοινής γνώμης για καθαρά πρακτικούς – ψηφοθηρικούς λόγους, κατανοούμε την εχθρότητα των μαζών προς την ατομικότητα. Μολαταύτα, αν είναι να σωθούμε, από αυτούς τους λίγους «γραφικούς» θα σωθούμε. 

Δημοσιευμένο στον Τοίχο.

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017



     Πρέπει να είσαι τεμπέλης για να χαρείς την ζωή ολοκληρωτικά. Όχι – αυτό ακούγεται, όσες αντιφάσεις και αν μπορέσουμε να ανακαλύψουμε στα αισθήματα μας και στα κίνητρά μας, πάρα πολύ παράδοξο. Αυτή η διατύπωση προϋποθέτει μια δράση. Υπάρχει μία προστακτική στην πρόταση. Είναι μια τεμπέλικη διατύπωση.
     Όποιος είναι τεμπέλης χαίρεται τη ζωή. Αυτό ήδη ακούγεται καλύτερα. Η τεμπελιά δεν σε εξαναγκάζει, την έχουμε μέσα μας. Οι απολαύσεις δεν σε παραβιάζουν, μας συντροφεύουν από φυσικού, όπως οι μύγες την αγελάδα. Όποιος δεν είναι τεμπέλης δεν θα γίνει και ποτέ. Κρίμα, αλλά δεν χρειάζεται να απελπιστεί άμεσα. Υπάρχουν τόσα άλλα πράγματα – γενναιότητα, εργατικότητα και φήμη – στα οποία μπορεί κάποιος να βολέψει την εντύπωση της απόλαυσης.
     “Άλλοι άνθρωποι απλώς ζούνε, εγώ φυτοζωώ”, διαβάζουμε στον Cyril Conolly* . Εκεί εμπερικλείεται και ο οίκτος με τον καημένο ανήσυχο, που είναι σκλάβος της δραστηριότητάς του. Όλη η αθλιότητα στον κόσμο προέρχεται από το γεγονός ότι κάποιος δεν μπορεί απλά να κάτσει με τα χέρια του σταυρωμένα. Άλλη μία ρήση, αλλά είμαι πολύ τεμπέλης για να πω ποιανού είναι.
     Οι άνθρωποι πρέπει να ζούνε τόσο επιτακτικώς αναγκαία, και στο κυνήγι τους να κάνουν τους εαυτούς τους απαραίτητους ανακαλύπτουν ολόκληρη τη ζωή συνεχώς σε λάθος μέρος. Πρέπει να βρωμάνε, να μαχαιρώνουν, να εκδικούνται, να υφαρπάζουν, πρέπει να προσπερνάνε τον συνάνθρωπό τους, να ασθμαίνουν, να κυνηγούν, να είναι χρήσιμοι ή ενοχλητικοί, να πλάθουν άχρηστα προϊόντα και η πιεστική εικόνα από αιδοία και πυροβολαρχίες να μην βγαίνει ούτε για μια στιγμή απ' το μυαλό τους – αλλά ξεχνάνε ότι , αν ο Θεός υπάρχει, δεν χρειάζεται να κάνουν τίποτα περισσότερο από την συνεσταλμένη ανεμώνη η οποία, χωρίς να αναρωτιέται τίποτα, κλείνει ελαφρά την κεφαλή της στο μέρος του ήλιου για να γυρίσει μαζί του και μια ήρεμη νύχτα με φεγγάρι πεθαίνει.
     Η τεμπελιά δεν προσελκύει την προσοχή και δεν γνωρίζει τον εαυτό της. Ο άνθρωπος θα έπρεπε να ζει λίγο λιγότερο. Μέρες λήθης και ακινησίας σίγουρα δεν βοηθάνε το κόσμο να προοδεύσει αλλά, ω, τι όμορφο πράγμα που είναι η απραξία. Να μην έχεις όρεξη για τίποτα, να μην επιθυμείς τίποτα, να μην θέλεις να προσπαθείς – χωρίς αισθήματα ενοχής, χωρίς μεταμέλεια – δεν περνά ούτε ένα δευτερόλεπτο που να μην το λαχταρώ.
     Η επιθυμία μου για τεμπελιά είναι ήδη μια επιθυμία παραπάνω. Το κατανοώ. Συνεχίζει να αρρωσταίνει με την τεμπελιά. Μόνο σπάνια την απολαμβάνω στην ανώτατη μορφή της, που είναι μια μορφή χωρίς απόλαυση. Συνήθως μοιάζει λίγο με το να βολοδέρνεις άσκοπα, να περιπλανάσαι, να αναβάλεις τις δουλειές σου, να καθίζεις τον πισινό σου και να μην σκέφτεσαι τίποτα. Ο άνθρωπος είναι ένα ημιτελές πράγμα.
     Εκεί που θα έπρεπε να ξεκαρδίζεται από ευτυχία δεν μπορεί να πάει παραπέρα από τη λίγη ευθυμία, εκεί που θα έπρεπε να κλαίει με μαύρο δάκρυ μιξοκλαίγεται για μια στιγμή. Η τεμπελιά μου δεν είναι τίποτα περισσότερο από νωθρότητα. Αλλά τουλάχιστον γνωρίζω για τον εαυτό μου ότι προσπαθώ να φτάσω μια ανώτερη τεμπελιά – όχι, όχι, δεν προσπαθώ: ότι χωρίς να το ξέρω την λατρεύω σταθερά.
     Εντωμεταξύ πρέπει να δω πως θα ξεφύγω από την νωθρότητά μου. Δεν είμαι δυστυχισμένος μαζί της. Δεν νιώθω ένοχος αν παραμελήσω τα καθήκοντά μου. Δεν ντρέπομαι αν μείνω μια μέρα στο κρεβάτι ξαπλωμένος. Δεν γίνομαι ανήσυχος αν αναβάλω τη δουλειά μου ως την τελευταία στιγμή. Αυτό είναι ήδη ουκ ολίγο.
     Διότι ακριβώς αυτή η ενοχή, η ντροπή, η ανησυχία είναι που το κάνουν τόσο δύσκολο για πολλούς να μην κάνουν τίποτα. Η αλογόμυγα της φιλοδοξίας έχει φροντίσει για μεγάλα μυθιστορήματα, μεγάλες ανακαλύψεις, μεγάλους πολέμους. Αλλά το μεγαλύτερο μυθιστόρημα είναι αυτό που δεν έχει ακόμα αρχίσει, η πιο μεγάλη ανακάλυψη η αιώρα και ο πιο μεγάλος πόλεμος, ο πόλεμος που πρέπει να κάνουμε ενάντια στην ανίερη παρόρμηση να αφήσουμε το στρώμα μας και να ασχοληθούμε με κάποιον άλλο.

_____________________________
* Άγγλος συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας (1903-1974). Το πιο γνωστό του έργο είναι το “Εχθροί της Υπόσχεσης”, 1935.


Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Artemisia Gentileschi: Αυτοπροσωπογραφία ως Αλληγορία της Ζωγραφικής
Τρύφων Λιώτας

Η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι (Artemisia Gentileschi) γεννήθηκε στη Ρώμη το 1593. Ο πατέρας της Orazio Gentileschi ήταν ένας γνωστός και σεβαστός ζωγράφος της εποχής του ο οποίος κέρδιζε τα προς το ζην με τακτικά συμβόλαια εργασίας στο Βατικανό, σε καρδινάλιους καθώς και οικογένειες ευγενών στη Ρώμη. Η μητέρα της πέθανε όταν ήταν ακόμη παιδί. Την ανατροφή της όπως και αυτήν των τριών μικρότερων αδελφών της ανέλαβε αποκλειστικά ο πατέρας της.
Από πολύ νωρίς η Αρτεμισία βοηθούσε τον πατέρα της τόσο με τους μικρότερους αδελφούς της όσο και με την εργασία του στο στούντιο προετοιμάζοντας καμβάδες και χρώματα. Έμαθε γρήγορα δουλεύοντας πλάι στον πατέρα της αλλά είχε και εξαιρετικές ικανότητες: ήταν αποφασιστική, με δυνατή θέληση, έμπιστη, ανεξάρτητη, με αυτοπεποίθηση, όμορφη και κυρίως είχε ταλέντο. Όλα αυτά απεικονίζονται στην παραπάνω αυτοπροσωπογραφία της με τίτλο: «Αλληγορία της ζωγραφιάς». Αυτές οι ικανότητες της την βοήθησαν να γίνει η πιο γνωστή γυναίκα ζωγράφος της εποχής της.
Τελείωσε τον πρώτο υπογεγραμμένο πίνακα με ημερομηνία 1610 «Σουζάνα και οι Πρεσβύτεροι» όταν ήταν 17 χρονών. Ο πίνακας αναφέρεται στην βιβλική ιστορία από το βιβλίο του Δανιήλ. Μια όμορφη νεαρή, η Σουζάνα, λουζόταν στον κήπο του σπιτιού της έχοντας διώξει τους συνοδούς της. Δύο λάγνοι πρεσβύτεροι την παρακολουθούν μυστικά. Όταν θα προσπαθήσει να γυρίσει στο σπίτι της, της απευθύνονται και την απειλούν ότι θα πούνε ότι την είδαν με έναν εραστή εκτός αν συμφωνήσει να κάνει έρωτα μαζί τους. Η Σουζάνα αρνείται και συλλαμβάνεται. Ο θάνατος είναι η ποινή για την ακολασία της και αποφεύγεται την τελευταία στιγμή από την παρέμβαση του Δανιήλ, που απαιτεί την ανάκριση των πρεσβυτέρων για να αποτρέψει τον θάνατο της αθώας κοπέλας. Ξεχωριστά οι πρεσβύτεροι ανακρίνονται κατά αντιπαράθεση για τις λεπτομέρειες του συμβάντος αλλά οι καταθέσεις τους δεν συμπίπτουν σχετικά με το δέντρο κάτω από το οποίο η Σουζάνα συνάντησε τον υποτιθέμενο εραστή της. Η μεγάλη διαφορά των δύο δέντρων αποδεικνύει και το ψεύδος των πρεσβυτέρων. Οι ποινές που επιβάλλει ο Δανιήλ στους πρεσβύτερους αποτελούν λογοπαίγνια από το ελληνικές ονομασίες των δέντρων: αυτός που είπε η συνάντηση έγινε κάτω από μαστίχα (ὑπο σχίνον) θα σχιστεί στα δύο, αυτός που δήλωσε ότι έγινε κάτω από βελανιδιά (ὑπο πρίνον) θα πριονιστεί στα δύο. Η ιστορία δεν σώθηκε στα εβραϊκά και γι’ αυτό αμφισβητείται η γνησιότητά της, αλλά ο Ωριγένης θα θεωρήσει ότι είναι από τις ιστορίες που αφαιρέθηκαν από Εβραίους. 
"Η Σουζάνα και οι πρεσβύτεροι"
Στον πίνακα αναπαριστάνεται η στιγμή των αισχρών απαιτήσεων και του εκβιασμού των πρεσβυτέρων. Η κοπέλα (πρόκειται για την ίδια την Αρτεμισία) βρίσκεται ζαρωμένη ενώ το κεφάλι της είναι γυρισμένο προς την άλλη κατεύθυνση. Τα χέρια της βρίσκονται σε άμυνα λες και θέλουν να κρατήσουν μακριά τα αναίσχυντα λόγια που ακούει. Η στάση και η έκφραση του προσώπου της αποδίδει απίστευτα τον φόβο και την αηδία που νιώθει. Είναι στριμωγμένη και θυματοποιείται. Ο ένας πρεσβύτερος δεν φαίνεται καλά αλλά ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του άλλου, ενώ ο δεύτερος με λάγνο βλέμμα και με το δάκτυλο στο στόμα της λέει προφανώς να μην πει τίποτα γιατί θα την κατηγορήσουν. Και οι δύο σκυμμένοι πάνω από τον τοίχο του κήπου παραβιάζουν τον ιδιωτικό της χώρο. 
Αυτό που ζωγράφισε η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι ήταν προφητικό. Ο πατέρας αναγνωρίζοντας το ταλέντο της είχε κανονίσει να πάρει μαθήματα από τον συνάδελφο και φίλο του, Antonio Tassi, έναν ειδικό στην προοπτική με γεωμετρική ακρίβεια. Για μια περίοδο 9 μηνών ο Tassi επανειλημμένως βίαζε την Αρτεμισία. Ίσως η επιλογή του πίνακα που έγινε πριν τον βιασμό να σημαίνει ότι υπήρχε ήδη σεξουαλική παρενόχληση στην ίδια ή σε άλλες κοπέλες που πιθανόν φοιτούσαν στη σχολή. Αυτή δεν είπε τίποτα στον πατέρα της γιατί ήλπιζε ότι αυτός θα την παντρευόταν. Εκείνη την εποχή η γυναίκα που έχανε την παρθενιά της είχε ελάχιστες ελπίδες να βρει άντρα. 
Όταν ο πατέρας της έμαθε για την κατάσταση και σιγουρεύτηκε ότι ο Tassi δεν θα παντρευόταν την κόρη του απευθύνθηκε στην ανώτερη αρχή της εποχής του γράφοντας ένα γράμμα απευθείας στον Πάπα Paolo V Borghese απαιτώντας δικαιοσύνη. Ο Πάπας προσπαθώντας να δώσει το καλό παράδειγμα κινήθηκε ταχύτατα. Το 1612, στα δεκαεννιά της χρόνια, η ζωγράφος θα βρισκόταν αντιμέτωπη με μια βάναυση, δημόσια, διάρκειας 7 μηνών δίκη βιασμού, στην οποία θα έπρεπε να υποστεί δημόσια μια μορφή βασανιστηρίου κατά την διάρκεια της οποίας τα δάκτυλά της ήταν τυλιγμένα με σκοινιά που προοδευτικά έσφιγγαν όσο επανειλημμένως έπρεπε να επιβεβαιώνει την ιστορία της ώστε να αποδειχτεί ότι δεν λέει ψέματα. Ενώ τα σκοινιά έκοβαν τα δάκτυλά της και τα χέρια της πονούσαν από το πρήξιμο, αυτή επέμενε στην ιστορία της. Εκείνο τον καιρό η κατηγορία του βιασμού χρησιμοποιούνταν για να αναγκαστεί ο κατηγορούμενος να παντρευτεί την άγουσα. Η ποινή ήταν συχνά ο γάμος με το θύμα σαν τρόπος απόδοσης δικαιοσύνης για τη χαμένη τιμή και φήμη του θύματος. Έπρεπε επίσης να υποστεί μια ταπεινωτική φυσική εξέταση στην αίθουσα του δικαστηρίου, πίσω από μια κουρτίνα, για να αποδειχτεί ότι δεν ήταν πια παρθένα. Τελικώς ο βιαστής της καταδικάστηκε σε 8 μήνες φυλάκιση. 
Κατά τη διάρκεια της δίκης η Αρτεμισία μπορούσε να ζωγραφίζει αλλά δεν της επιτρεπόταν να γράφει ή να διαβάζει. Ήταν αυτήν την περίοδο που δημιούργησε ένα από τα πιο δυναμικά έργα της: «Η Ιουδήθ αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη». Ο πίνακας απεικονίζει μια σκηνή από τη βιβλική ιστορία της Ιουδήθ που ελευθερώνει τους Ισραηλίτες από τον Ασσύριο στρατηγό Ολοφέρνη. Θα βρει τρόπο να εισέλθει στη σκηνή του για να τον ξελογιάσει και αφού τον μεθύσει με την βοήθεια μιας υπηρέτριάς της θα τον αποκεφαλίσει μόλις αποκοιμηθεί. 
"Η Ιουδήθ αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη"
Και εδώ η φιγούρα της Ιουδήθ έχει αρκετές ομοιότητες με την ίδια την ζωγράφο ενώ το κεφάλι είναι αυτό του βιαστή της, του Agostino Tassi. Η φιγούρα της, ντυμένη αυτή τη φορά και χωρίς φόβο ή αποστροφή, κυριαρχεί πάνω στον εχθρό της παίρνοντας την εκδίκησή της. Σχεδόν χαμογελά ενώ με το ένα χέρι κόβει το κεφάλι του εχθρού της και με το άλλο το κρατά σταθερό από τα μαλλιά. Η υπηρέτριά της, Άμπρα, τού κρατά τα χέρια καθώς ξυπνά σε μια απέλπιδα προσπάθεια να παλέψει για τη ζωή του. Το αίμα στάζει πάνω στο άσπρο σεντόνι. Το στυλ είναι επηρεασμένο από τον δραματικό ρεαλισμό του Caravaggio (1573 - 1610). 
Είναι ξεκάθαρο ότι με αυτόν το πίνακα η ζωγράφος δούλεψε πάνω στα τραύματά της από το βιασμό και τη δίκη. Οι απεικονίσεις της έχουν χαρακτήρα κάθαρσης πάνω στα φυσικά και ψυχικά της τραύματα. Η Ιουδήθ είναι μια πολύ δυναμική γυναίκα που απαιτεί εκδίκηση από κακοπροαίρετους άνδρες. 
Μετά τη δίκη, ο πατέρας της Αρτεμισία κατάφερε να κανονίσει ένα γάμο με έναν ζωγράφο από την Φλωρεντία. Τότε έφυγε από τη Ρώμη για να ζήσει στην πόλη του άντρα της με μια συστατική επιστολή του πατέρα της για να δουλέψει στην οικογένεια των Medici. Εκεί, στην πόλη της Αναγέννησης, ολοκληρώθηκε σαν καλλιτέχνης δημιουργώντας τα καλύτερα έργα της. Απέκτησε το προσωπικό της, ξεχωριστό στυλ – πολύ πιο δραματικό και ενεργητικό από το ακριβές του πατέρα της – φτάνοντας να την συγκρίνουν με τον πιο γνωστό ζωγράφο μπαρόκ της εποχής, τον Caravaggio. 
Συνέχισε να ζωγραφίζει γυναίκες ηρωίδες συχνά σε δραματικές σκηνές βίας. Δεν δίσταζε να ζωγραφίσει γυμνές τις γυναίκες, συχνά αποδεικνύοντας ότι ήταν πολύ καλύτερη από τους άνδρες συναδέλφους της. Στη Φλωρεντία έγινε μητέρα πέντε παιδιών αλλά μόνο ένα από αυτά, η κόρη της Prudentia, επέζησε. Ενώ ήταν εργαζόμενη μητέρα, έμαθε γραφή και ανάγνωση. Αυτό της επέτρεψε να γίνει η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στη διάσημη «Ακαδημία του Σχεδίου» (Accademia del Disegno). 
"Η Ιουδήθ και η υπηρέτριά της"
Στην Φλωρεντία επιστρέφει στην ιστορία της Ιουδήθ με τον Ολοφέρνη, ζωγραφίζοντας μια στιγμή από την απόδραση τους μετά την δολοφονία. Οι δυο γυναίκες μοιάζει να άκουσαν κάτι και σταμάτησαν παγωμένες, κοιτώντας μέσα στο σκοτάδι προς τα πίσω, για να δουν αν τους είδε κανένας. Το έργο έγινε για τον Cosimo II de Medici και υπάρχει σε αυτό αναφορά στο πιο αγαπητό έργο της Φλωρεντίας, τον Δαυίδ του Michelangelo. Το προφίλ της Ιουδήθ μοιάζει με αυτό του Δαυίδ, ενώ επίσης κρατά στο ώμο το σπαθί της με τον ίδιο τρόπο που ο Δαυίδ κρατά τη σφεντόνα του. Υπάρχει μια αίσθηση αλληλεγγύης μεταξύ των γυναικών όπως κοιτάνε στο σκοτάδι για τον αόρατο κίνδυνο. Η υπηρέτρια κρατά το αποκεφαλισμένο κεφάλι μέσα σε ένα καλάθι, ενώ η Ιουδήθ στο ένα χέρι έχει το σπαθί και το άλλο το τοποθετεί σχεδόν προστατευτικά στον ώμο της υπηρέτριας δίνοντας όμως την απαραίτητη ζωντάνια στον πίνακα αφού φανταζόμαστε ότι η κίνηση είναι για να την προτρέψει να συνεχίσουν το δρόμο τους. Τα ρούχα των δύο γυναικών είναι πραγματικό έργο τέχνης που ανάγεται στο κομψό στυλ της Φλωρεντίας, ενώ το χρυσαφί χρώμα του φορέματος της υπηρέτριας έμεινε στην ιστορία σαν το «Χρυσό της Αρτεμισίας». Η Αρτεμισία δεν ήταν μόνο μια εξαιρετική ζωγράφος αλλά έχοντας μάθει τα βασικά για την μίξη των χρωμάτων από παιδί είχε προφανώς μεγάλο ταλέντο και σε αυτόν τον τομέα. Το συγκεκριμένο χρώμα το χρησιμοποίησε σε πολλούς από τους πίνακές της.  Δεν είναι γνωστοί οι λόγοι αλλά το 1620 η Αρτεμισία εγκατέλειψε την Φλωρεντία και τον σύζυγό της και γύρισε στη Ρώμη με την κόρη της. Σύμφωνα με τους ιστορικούς είχε συνεργατική αλλά και ανταγωνιστική σχέση με τον πατέρα της. Αυτός έδινε το βάρος στην ακρίβεια και την ιδεαλιστική ομορφιά, ενώ η κόρη του στο δράμα, το πάθος, τον πόνο και την αγωνία. Αυτά είναι και τα στοιχεία που αιχμαλωτίζουν το θεατή στους πίνακές της.  Στα επόμενα χρόνια η Αρτεμισία θα περάσει διάφορες περιόδους στη Βενετία και στη Νάπολη. Το 1638 θα πάει στο Λονδίνο για να βοηθήσει τον ασθενή πια πατέρα της να ολοκληρώσει το ταβάνι στο παλάτι της βασίλισσας στο Greenwich, έργο που του ανέθεσε ο βασιλιάς Charles I. Εκεί πιστεύεται ότι έκανε και την αυτοπροσωπογραφία της που παραθέσαμε στην αρχή. Μια πολύ ρεαλιστική εικόνα που τη δείχνει να εργάζεται και όχι να ποζάρει. Τα πράσινα μανίκια της είναι ανασηκωμένα, φοράει μια καφέ ποδιά, τα μαλλιά μαζεμένα σε κότσο ενώ μερικά έχουν ξεφύγει προφανώς από τις κινήσεις της κατά την ώρα της δουλειάς. Στο λαιμό της κρέμεται μια χρυσή αλυσίδα με μια μάσκα.  Μετά το θάνατό της, το 1656, περιέπεσε σε αφάνεια γιατί τα έργα της αποδόθηκαν στον πατέρα της. Η ιστορικός τέχνης και ειδική πάνω στην Αρτεμισία, Mary D. Garrard, σημειώνει ότι «υπέστη μια ακαδημαϊκή παραμέληση που είναι αδιανόητη για το μέγεθός της ως καλλιτέχνη». Το ανανεωμένο και καθυστερημένο ενδιαφέρον για αυτήν τα πρόσφατα χρόνια, την επανέφερε στο προσκήνιο ως μία από τις πιο ταλαντούχες ζωγράφους του 17ου αιώνα και ως μία από τις μεγαλύτερες καλλιτέχνιδες του κόσμου. Το πρώτο βιβλίο που γράφτηκε για αυτήν "Artemisia Gentileschi - The Image of The Female Hero in Italian Baroque Art" από την προαναφερθείσα ιστορικό τέχνης, εκδόθηκε το 1989. Η πρώτη έκθεση με έργα της έγινε στη Φλωρεντία το 1991. Στη συνέχεια ακολούθησαν ντοκιμαντέρ, θεατρικά έργα και μια ταινία. Η Mary D. Garrard βρήκε και μια επιστολή της από τον Αύγουστο του 1649 προς τον Don Antonio Ruffo που ζούσε στη Σικελία όπου του γράφει: «Και θα δείξω στη φημισμένη αρχοντιά σας τι μπορεί μια γυναίκα να κάνει…». Δεν έδειξε μόνο σε αυτόν τελικά, αλλά σε όλο τον κόσμο τι μπορούσε να κάνει ενάντια σε όλες τις πιθανότητες. 
Σημ: Επειδή η τέχνη είναι συμβολισμός και αλήθεια με την έννοια της μη λήθης, οι εικόνες σύμβολα που μας προσφέρουν οι καλλιτέχνες, όποιο και αν είναι το πεδίο τους, λειτουργούν σαν μνήμες -ειδικά στην πενιχρή πνευματικά εποχή μας, την εποχή της λησμονιάς– που επανέρχονται σαν ιδέες και αξίες.  Και οι τέσσερις πίνακες που παρουσιάστηκαν έχουν να μας προσφέρουν «εικόνες ή σύμβολα μνήμης» πολύ χρήσιμες για τη ζωή μας: Ο πρώτος (αυτοπροσωπογραφία) μας δείχνει με την εικόνα του βλέμματος την συγκέντρωση που απαιτείται κατά τη διάρκεια της δημιουργίας. Είναι σαν να μην υπάρχει τίποτα άλλο γύρω σου εκτός από το έργο σου. Ο δεύτερος (Η Σουζάνα και οι πρεσβύτεροι) δίνει σε μια εικόνα την αποστροφή της ψυχής (το «απέχου» του Επίκτητου) σε οτιδήποτε προσπαθεί να την διαφθείρει. Ο τρίτος (ο αποκεφαλισμός) την επιθυμία της ψυχής για ζωή, που είναι η βούληση για ελευθερία. Και ο τέταρτος (Ιουδήθ και υπηρέτρια) την ψυχραιμία και την αποφασιστικότητα να ακολουθήσεις τη μοναδικότητά σου που είναι ο δρόμος που χάραξες.
 
Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Khalil Gibran (1883-1931)


Εγώ και ο άνθρωπος είμαστε ερωμένοι
Με λαχταρά και τον ποθώ, 
Αλλά δυστυχώς! Εμφανίστηκε ανάμεσά μας
Μία αντίζηλος που μας φέρνει δυστυχία.
Είναι σκληρή και απαιτητική,
Δεν κατέχει παρά μόνο κενό δέλεαρ.
Το όνομά της είναι Ύλη.
Μας ακολουθεί όπου κι αν πάμε
Και παραφυλά σαν σκοπός, φέρνοντας
Ανησυχία στον αγαπημένο μου.

Αναζητώ τον αγαπημένο μου στο δάσος
Κάτω από δέντρα, στις λίμνες.
Δεν μπορώ να τον βρω, γιατί η Ύλη
Τον αφάρπαξε στην θορυβώδη
Πόλη και τον τοποθέτησε στο θρόνο
που σείει μεταλλικά πλούτη.

Τον φωνάζω με τη φωνή της
Γνώσης και το τραγούδι της Σοφίας.
Δεν ακούει, γιατί η Ύλη
Τον ξελόγιασε μέσα στο κάτεργο 
Της ιδιοτέλειας, όπου κατοικεί η φιλαργυρία.


Τον αναζητώ στο χωράφι της Ικανοποίησης,
Αλλά είμαι μόνη, επειδή η αντίζηλος τον έχει
Φυλακίσει στην σπηλειά της λαιμαργίας
Και απληστίας, και τον κλείδωσε εκεί μέσα
Με οδυνηρές αλυσίδες χρυσού.

Τον καλώ το πρωινό, όταν η Φύση χαμογελά,
Αλλά δεν ακούει, γιατί η αφθονία έχει
βαρύνει τα ναρκωμένα μάτια του με αρρωστημένο ύπνο.


Τον παραπλανώ το βράδυ, όταν η Σιωπή βασιλεύει
Και τα λουλούδια κοιμούνται. Αλλά δεν αποκρίνεται,
Επειδή ο φόβος του για το αύριο και τι αυτό θα Φέρει,
σκοτεινιάζει τις σκέψεις του.

Λαχταρά να μ' αγαπήσει·
Με αποζητά στις πράξεις του. Αλλά
δε θα με βρει παρά μόνο στις πράξεις του Θεού.
Με ψάχνει στα οικοδομήματα της δόξας του
που οικοδόμησε πάνω στα κόκκαλα άλλων·
Μου ψυθιρίζει ανάμεσα από 
Τους σωρούς του με χρυσό και ασήμι·
 Αλλά θα με βρει μόνο αν έρθει στο
Σπιτικό της Απλότητας που ο Θεός έχτισε
Στην όχθη του ρυακιού της στοργής.

Επιθυμεί να με φιλήσει μπροστά στα θησαυροφυλάκιά του
Αλλά τα χείλη του δεν θα αγγίξουν ποτέ τα δικά μου παρά μόνο
Μπροστά στα πλούτη μιας αγνής αύρας.

  Μου ζητά να μοιραστώ μαζί του
τα αμύθητα πλούτη του, αλλά δεν θα λησμονήσω τα πλούτη
Του Θεού· δε θα γδυθώ το μανδύα της ομορφιάς.


Ψάχνει ως μέσο την απάτη· εγώ ψάχνω
μόνο το μέσο για την καρδιά του.
Μωλωπίζει την καρδιά του στο στενό κελί του·
 Θα πλούτιζα την καρδιά του με όλη μου την αγάπη.

Ο αγαπημένος μου έχει μάθει πως να ουρλιάζει και
Να κλαίει για τον εχθρό μου, την Ύλη· θα του 
Μάθαινα πως να χύνει δάκρυα στοργής
Και οίκτου από τα μάτια της ψυχής του
Για όλα τα πράγματα,
Και να βγάζει αναστεναγμούς ικανοποίησης μέσω
Αυτών των δακρύων.

Ο άνθρωπος είναι ο αγαπημένος μου·
Θέλω να του ανήκω.


Μετάφραση: Τρύφων Λιώτας
Από τη συλλογή ποιημάτων και διηγημάτων:  "Δάκρυα και Γέλιο"


Song Of Fortune

Man and I are sweethearts
He craves me and I long for him,
But alas! Between us has appeared
A rival who brings us misery.
She is cruel and demanding,
Possessing empty lure.
Her name is Substance.
She follows wherever we go
And watches like a sentinel, bringing
Restlessness to my lover.

I ask for my beloved in the forest,
Under the trees, by the lakes.
I cannot find him, for Substance
Has spirited him to the clamorous
City and placed him on the throne
Of quaking, metal riches.

I call for him with the voice of
Knowledge and the song of Wisdom.
He does not hearken, for Substance
Has enticed him into the dungeon
Of selfishness, where avarice dwells.

I seek him in the field of Contentment,
But I am alone, for my rival has
Imprisoned him in the cave of gluttony
And greed, and locked him there
With painful chains of gold.


I call to him at dawn, when Nature smiles,
But he does not hear, for excess has
Laden his drugged eyes with sick slumber. 

I beguile him at eventide, when Silence rules
And the flowers sleep. But he responds not,
For his fear over what the morrow will Bring,
shadows his thoughts. 

He yearns to love me;
He asks for me in this own acts. But he
Will find me not except in God's acts.
He seeks me in the edifices of his glory
Which he has built upon the bones of others;
He whispers to me from among
His heaps of gold and silver;
But he will find me only by coming to
The house of Simplicity which God has built
At the brink of the stream of affection. 

He desires to kiss me before his coffers,
But his lips will never touch mine except
In the richness of the pure breeze. 

He asks me to share with him his
Fabulous wealth, but I will not forsake God's
Fortune; I will not cast off my cloak of beauty.

He seeks deceit for medium; I seek only
The medium of his heart.
He bruises his heart in his narrow cell;
I would enrich his heart with all my love.

My beloved has learned how to shriek and
Cry for my enemy, Substance; I would
Teach him how to shed tears of affection
And mercy from the eyes of his soul
For all things,
And utter sighs of contentment through
Those tears.


Man is my sweetheart;
I want to belong to him. 

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017





Χρόνης Μίσσιος, 1991, σελ. 73-76, «Τα κεραμίδια στάζουν»

«Τα κόμματα μας τελείωσαν, Μιχάλη. Χωρίστηκαν κι αυτά σε κεφάλι και κορμί, σε αρχηγούς και οπαδούς. Μόνο όσοι γουστάρουν να ασκούν εξουσία και να εξουσιάζονται, όσοι νοιώθουν μοναξιά και ανασφάλεια, ανήκουν πλέον στα κόμματα, από κοινωνικές εκφράσεις έγιναν κοινωνικά εκτοπλάσματα. Δεν διακονούν την κοινωνία, δεν την απελευθερώνουν, επιβλήθηκαν στην κοινωνία και την δολοφονούν. 

Είναι πολύ εύκολο, ξέρεις, και αφάνταστα ανακουφιστικό, να εκχωρείσαι, να απαλλάσσεσαι από πάσαν ατομικήν ευθύνην. Κι εδώ που τα λέμε, τα αδιέξοδα όπου μας οδήγησαν -και που με κομπασμό τα ονομάζουν «πολιτισμό» – οι επιλογές του ανθρώπου, εξαντλούνται ανάμεσα στον αφηρημένο λόγο του αρχηγού, που καλύπτει όλη την τραγικότητα και την κτηνωδία της πραγματικότητας, στη λατρεία των συμβόλων, στο ανάκλιντρο του ψυχαναλυτή και στο ζουρλομανδύα… 

Η απόλυτη ταύτιση της εξουσίας -σκοπών, μέσων και μεθόδων- με μοναδικό σκοπό πως θα κατακτήσουν μεγαλύτερο κομμάτι εξουσίας και περισσότερους οπαδούς, πως θα βάλουν τις «μάζες» να δουλέψουν καλύτερα, κατατρώγωντας τα σωθικά τους και δολοφονώντας τη μήτρα που της γέννησε, είναι η κοινή τους συνισταμένη… 

Το όνειρο εκατομμυρίων ανθρώπων που βίωσαν την πιο βάρβαρη εξουσία των πιο υψηλών ιδανικών: ένα μπουκάλι κόκα κόλα… Γεμίσαμε από λέξεις που δεν κοστίζουν τίποτα πια, μαρμαρωμένες στο παρελθόν από την κακιά μάγισσα της εξουσίας. Ποιος θα τις λευτερώσει; ποιος θα τις αναστήσει; ποιος θα τις καθαρίσει από τον τρόμο, την οδύνη και την απάτη;… Γεμίσαμε από «επαναστάτες» – είναι της μόδας, βλέπεις, δεν κοστίζει τίποτα. Μα όταν μια ζωή η μόνη σου έγνοια είναι πως θα λαδώνεις την προπέλα που σου βάλανε στον κώλο το σύστημα και οι αρχηγοί, είσαι ένα πια…

Ποιος θα πληρώσει την πίκρα των κομμουνιστών, που μπροστά στον τάφο, δεν έχουν ένα τοπίο να ακουμπήσουν την τρυφερότητά τους;… Μερικοί βολεύτηκαν: «Δεν φταίνε οι ιδέες, μα οι συνθήκες». Μάλιστα. Εν ονόματι του μαρξισμού και του «επιστημονικού σοσιαλισμού». Καημένε Προυντόν, καημένε Όουεν, καημένε Μπακούνιν και όλοι εσείς που δεν σας επιτρέψαμε να φέρετε στην επανάσταση το άρωμα της ευαισθησίας, της φαντασίας και του παραλόγου… Όχι, δεν ανήκω πουθενά, ούτε ψηφίζω πια. Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν, δε θέλω να είμαι αρεστός σε κανέναν, μιας και δε θέλω να πείσω κανέναν, δε θέλω να σώσω κανέναν, δε θέλω καμία νίκη. Είμαι ευτυχής. Δεν έχω καμία πρόταση, δε φοβάμαι καμία απόρριψη, παρά μόνον εκείνη στα μάτια των γυναικών… Μπα, μη θαρρείς πως είμαι λεύτερος. Άλλωστε, ούτε ξέρω πια τι θα πεί η λέξη που στ’ όνομά της θυσιάστηκαν τα υψηλότερα συναισθήματα, αλλά που κάθε αγώνας για την κατάκτησή της παγίωνε την αναίρεσή της, εμπεδώνοντας, όλο και πιο αποτελεσματικά, όλο και πιο πλατιά, την εξουσία μέσα στην κοινωνία. Θαρρώ πως δεν μπορούμε να μιλάμε πια για ελευθερία, αλλά για μια απελευθέρωση… Ναί… πρέπει να αποκαταστήσουμε τη ζωή μέσα μας. Χωρίς μια βαθιά επανάσταση του είναι μας, αν δεν ξεράσουμε όλη τη φιλοσοφική και ιδεολογική σαβούρα που μας τάισε ο «πολιτισμός», δεν πρόκειται να πετάξουμε προς πουθενά… Μην περιμένεις, σου είπα, δεν έχω καμία πρόταση, ούτε γλώσσα να σου μιλήσω. Ένα νεκροταφείο ο λόγος, οι λέξεις με προδίδουν, με παραπέμπουν ξανά στο παρελθόν, στις λογικές κατασκευές του οράματος. Αλλά εμείς ποτέ δεν υπήρξαμε «λογικοί», ποτέ δεν ήμασταν ωφελιμιστές. Γιατί, τότε, τι σκατά ζητάγαμε στα μπουντρούμια, στα βασανιστήρια και στα εκτελεστικά αποσπάσματα, χωρίς να πιστεύουμε στο ουρί του παραδείσου; Εμείς, οι υπερασπιστές της ευτυχίας και λάτρεις της ζωής και της ελευθερίας;Γιατί δεν κάναμε και μείς τον κοριό, ώσπου να ‘ρθει η μέρα να μας θάψουνε να ησυχάσουμε;…

Όχι! Εμείς που φτάσαμε ως τα έσχατα, πρέπει να ζορίσουμε το μυαλό και το κορμί μας να φτάσει ως την ύψιστη τρέλα της απόλυτης άρνησης, και μέσα από τη φωτιά της εσωτερικής μας αντίστασης να αναστήσουμε την αισθαντικότητά μας. το νόημα και τον αισθησιασμό της ζωής μας… Μπορούμε να το κάνουμε; Να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες της ζωής μας; Ιδού το μέγα φιλοσοφικό ερώτημα της εποχής μας… Χιλιάδες εξεγέρσεις, επαναστάσεις, πόλεμοι, πραξικοπήματα, μεταρρυθμίσεις, τεχνολογικές επαναστάσεις, και η ζωή μας κατάντησε μια τραγική περιπέτεια μέσα στην κρεατομηχανή της εξουσίας. Απολέσαμε το «υπαρξιακό μας πρόβλημα», που θα μας βοηθούσε να επαναστατήσουμε ή να τρελαθούμε. Το αίτημα της ατομικής μας ολοκλήρωσης, της εμπραγμάτωσης, της αισθησιακής και συναισθηματικής μας αρμονίας, γίνεται όλο και πιο ανέφικτο, όλο και πιο συρρικνωμένο… Δεν είναι πια δυνατόν να συνεννοηθούμε με ιδεολογίες, αλλά μέσα από την ατομική συμπεριφορά και πράξη, τη συλλογική μας συν-κοινωνία, τη συνεργασία, τη συλλογική μας συν-αρμονία, την ατομική μας συν-διαφορετικότητα. Ο λόγος, εσωτερικά φαγωμένος, όπως και η ζωή μας, δεν είναι πια ικανός για συν-κοινωνία. Οι λέξεις χωρίς μνήμη και ευθύνη, σέρνονται στην καθημερινότητα, κουρέλια χωρίς σώμα, που τα παίρνει ο άνεμος, όπως τις ξεσκισμένες αφίσες των κομμάτων και των σωματείων… Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε διαφορετικά, παρά μόνο μέσα από την αγάπη, την τρυφερότητα του χαδιού, το ερωτικό μας βλέμμα. Από την επαφή μας με την γη, με τη φύση, θα ξαναγεννηθεί ο καινούριος λόγος της ατομικής ευθύνης και μνήμης.

– Άρα έχεις πρόταση…

-Όχι, μα θαρρώ πως μια μέρα θα ξανανταμώσουμε και με τον εαυτό μας, και με τον διπλανό μας, και με τον κόσμο… Σκέφτομαι πως η κινητήρια δύναμη της ζωής είναι η αναζήτηση της χαράς, της ηδονής, της απόλαυσης. Αυτό το βλέπεις με την πρώτη ματιά γύρω στη φύση, αν τα μάτια σου είναι ακόμα κατοικημένα από τις αισθήσεις. Ζωή, ηδονή, χαρά θάνατος, είναι μια αδιατάρακτη ταυτότητα, κι αυτό είναι ένας σημαντικός λόγος αισιοδοξίας… Το λάθος των επαναστατικών κινημάτων ήταν πως αναζήτησαν τις νέες πολιτισμικές αξίες σ’ έναν πυρήνα δυστυχίας. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις, μα θέλω να πώ πως, αντί να κηρύξουμε την απόλαυση της ζωής, κηρύξαμε την ισότητα στα καταναλωτικά αγαθά. Αντί την απελευθερώση από την πολυπλόκαμη εξουσία, την ελευθερία του συνέρχεσθαι… Έτσι, από επαναστατικοί καταλύτες γίναμε απόστολοι-εξουσία του κερατά. Η αναζήτηση αυτής της «ευτυχίας» μας οδήγησε στην ίδια αντίληψη για τη ζωή, στον ίδιο τρόπο σκέψης και τρόπο ζωής, με τον καπιταλισμό, που θέλαμε να ανατρέψουμε. Ήταν φυσικό λοιπόν, ύστερα από μια δραματική και τραγική περιπλάνηση, να ξανανταμώσουμε με τον καπιταλισμό, και μάλιστα ως υπανάπτυκτοι ή ξεπεσμένοι πρίγκηπες, αλλά με εκατομύρια νεκρούς Δον Κιχώτες που, ποιός ξέρει, ίσως τούτη τη στιγμή τα θαμμένα κοντάρια τους πετάνε τα πρώτα βλαστάρια τους μέσα στη γη… Αλλιώς… δες τα, αν αφαιρέσεις τις λέξεις και τα συνθήματα, όλα τα άλλα είναι απελπιστικά όμοια… Μα τι περιμένεις, σαν ο Μάρξ, που ήθελε να λευτερώσει τον κόσμο, δεν μπόρεσε να λευτερώσει τον εαυτό του… Το ξέρεις δα πως ήταν «μοίχος», γαμούσε κρυφά την υπηρέτριά του, δηλαδή και αφεντικό με δούλα και υπόδουλος στην παντρειά… Μα πώς αλλιώς, αφού στην φιλοσοφική του ανάλυση «ξέχασε» το «συνουσιάζομαι άρα υπάρχω» και το αντικατέστησε με την μαλακία του Καρτέσιου: «σκέφτομαι άρα υπάρχω…» Κι αφού μόνο εμείς «σκεφτόμασταν», εμείς υπήρχαμε, κι όσο σκεφτόμασταν, τόσο χάναμε την επαφή μας με τη ζωή…»


Πηγή: Εναλλακτικός

ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ

Ads Place 970 X 90

ΒΙΒΛΙΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΔΙΑΔΥΚΤΙΟΓΡΑΦΟΙ

ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΑ