ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

ΠΟΙΗΣΗ

ΕΝΘΕΤΟ

ΚΑΤΟΠΙΝ ΣΚΕΨΗΣ

ΠΟΙΗΣΗ

Advertise Space

ΑΝΑΛΟΓΙΟ

ΕΙΚΟΝΑ

ΗΧΟΣ

Προσφατες Αναρτησεις

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017






«Βουβοί»

Τώρα δεν μιλάμε για πολιτική
Μας πήραν την λαλιά
 
οι αρπακτικοί.
Τώρα εμείς βουβοί
πληρώνουμε.
Τα κερατιάτικα
Τα γαμισιάτικα.
Ας είναι και μπαγιάτικα.
Γιατί μωρέ γιατί;
γίναμε μαλθακοί;


«Παίζουμε»
 
Παίζουμε;
Η ζωή είναι ένα παιδικό παιγνίδι.
Ας πούμε σαν το¨ “μονόπωλη.”
Ο άνθρωπος σαν δρομέας
ανωμάλου δρόμου.
Θα παλέψουμε μέχρι θανάτου
Θα ξεσκιστούμε.
Θα φάμε τις σάρκες μας.
Θα γίνουμε σαν κανίβαλοι.
Θα χάσουμε κάθε ίχνος ανθρωπιάς.
Όποιος επιβιώσει θα
ονομαστεί¨ “νικητής”
Θα του δώσουν βραβείο.
Ίσως η πολιτεία να τον τιμήσει
με ονομασίες οδών και πλατειών.
Παιγνίδι είναι αυτό.
Ο νικητής τα παίρνει όλα.
Ο χαμένος τίποτα.


«Ο σταυρωμένος»
 
Δεν πιστεύω σε θρησκείες κύριε.
Οι άνθρωποι ….
Με προδίδουν με φτύνουν.
με σταυρώνουν καθημερινά.
Δεν προσπαθώ να σώσω κανένα κύριε.
Τον εαυτόν μου θέλω
να γνωρίσω να βοηθήσω.
Όλες οι εξουσίες όμως μου ρίχνονται
να με κατασπαράξουν.
Αντιστέκομαι κύριε….

Πηγή: Ατέχνως

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017




     Η ασθένεια της φαγούρας είναι μια σοβαρή, σχεδόν ανυπόφορη πάθηση η οποία προκαλείται από κάτι ασήμαντο. Η πηγή είναι για το μάτι σχεδόν αόρατη ή, όπως σ' αυτήν την περίπτωση, μη αναγνωρίσιμη για το αυτί – κι όμως φροντίζει αυτός ο τιποτένιος θόρυβος, αυτό το αόριστο γρύλισμα σ' αυτήν την πηγή για μια σωματική αδιαθεσία που ούτε μια ομοβροντία κανονιών των διακοσίων ντεσιμπέλ μπορεί να προκαλέσει. Σε κάποιον άλλον προκαλεί λίγη σκόνη ή ένας κόκκος άμμου αδιαθεσία και εξανθήματα στο δέρμα, για εμένα είναι το μουσικό υπόβαθρο το οποίο οδηγεί στην τρομακτική ασθένεια της φαγούρας.
     Σε τρένα, ταξί, αεροπλάνα και σαλόνια ξενοδοχείων, σε ταχυδρομεία και ιατρικές αίθουσες αναμονής δε μοιάζει να υπάρχει έξοδος διαφυγής. Ακόμα και σε ασανσέρ, τουαλέτες, παντού υπάρχει αυτός ο παραγόμενος βόμβος, το μουζάκ*,  το οποίο κάνει τις φλέβες των ματιών σου κατακόκκινες και εσένα ικανό ν' αρπάξεις από το λαιμό τον πρώτο τυχόντα που θα συναντήσεις – μόνο και μόνο για να κατευνάσεις αυτήν την πλήξη της οργιαστικής, εξωφρενικής και ακατανίκητης φαγούρας που σιγά σιγά πήρε διαστάσεις θυέλλης δώδεκα μποφόρ. Για να μπορέσεις να ξαναβρείς την ησυχία σου.
     Είμαι ένας σε μεγάλο βαθμό ήρεμος, συγκρατημένος άνθρωπος, αλλά αυτή η μουσική που δεν είναι μουσική κάνει βαθιά μέσα μου κάποια νεύρα που δεν ήξερα ότι είχα, να εκραγούν. Η ασθένεια της φαγούρας ξεσπά κάθε φορά που ξαναρχίζει στο βάθος να βουίζει και να συρίζει και παραπονιάρικα να τυμπανίζει, σαν μια δεύτερη φύση μέσα μου· και γνωρίζω αρκετούς άλλους εξαιρετικά ήρεμους και συγκρατημένους ανθρώπους οι οποίοι σαν βράχος αντέχουν το μαστίγωμα των κυμάτων, την τρέλα των πεδίων μαχών, το πάφλασμα των ωκεανών και τα ουρλιαχτά της ύαινας αλλά σ' ένα χώρο όπου το μουσικό υπόβαθρο βουίζει μόλις και μετά βίας μπορούν να κρατηθούν μακριά από δολοφονικές ενέργειες και μανία καταστροφής.
     Η ασθένεια της φαγούρας αρχίζει εκεί που ένας λίγο φλεγματικός δεν θα έδινε δεκάρα. Είναι πολύ για ν' αντέξουν χιλιάδες ατσάλινα νεύρα. Δεν καταρρέεις απλά απ' αυτή, αρχίζεις να μυρίζεις το αίμα.
     Έχω ακούσει ότι το μουζάκ βοηθά τις κότες να παράγουν περισσότερα αβγά και τις αγελάδες περισσότερο γάλα. Έτσι γνωρίζουμε ακριβώς τι είδους εικόνα έχουν για εμάς γιατροί, εστιάτορες, ξενοδόχοι και αυτοί που έχουν την ανώτατη εξουσία πάνω σε δημόσια κτήρια παροχών: την εικόνα χρήσιμων κατοικίδιων, ενός πελάτη που πρέπει να αρμεχτεί. Αλλά δεν είναι αυτή η προσβολή που κάνει την καλοσύνη να γίνει φρενίτιδα. Είναι αυτό το βουητό, ή καλύτερα αυτός ο παραπονιάρικος μακρόσυρτος θόρυβος – που είναι η προσβολή της μουσικής.
     Υπάρχει επίσης πολύ, πρέπει να παραδεχτώ, η πάρα πολύ δυνατή μουσική. Δεν χρειάζεται να επισκεφτείς γι' αυτό μια ντισκοτέκ για να έχεις το συναίσθημα, μέσω των επαναλαμβανόμενων μηχανικών ήχων οι οποίοι εκεί περνιούνται για υψηλές αρμονίες, ότι είσαι ένας τρίχινος σάκος όπου μέσα του τραντάζονται όλα τα κόκαλά του. Την ίδια αίσθηση έχεις στο δρόμο όταν περνάς από ένα εργοτάξιο όπου η εργατιά με τη βοήθεια ενός τρανζίστορ γεμίζει το άδειο κρανίο – η ψευδοβιταμίνη του εργάτη – ή όταν ανοίγεις απλά στο σπίτι σου ένα τυχαίο ραδιοφωνικό πρόγραμμα.
     Αυτά δεν μπορούν να μ' ενοχλήσουν. Υπάρχει ελάχιστη ποικιλία σ' αυτού του είδους τη μουσική, έχεις την αίσθηση ότι τα έχεις ξανακούσει παλαιότερα, αν και δεν θα μπορούσες να ξέρεις που, ενώ και τους στίχους είναι συχνά επώδυνο να τους βρεις. Αλλά διατηρεί τον εργάτη χαζό και τη νεολαία μακριά από τους δρόμους, επομένως πραγματικά εναντίον δεν μπορείς να είσαι. Καμιά φορά πετυχαίνω να συγκινηθώ επώδυνα, ω ναι, όταν βλέπω σαραντάρηδες, φοβισμένους μήπως και φθαρθεί η αντίκα, ακόμα έξαλλους ενώ χοροπηδώ μαζί τους σε τέτοιες ντίσκο απλών ρυθμών, φτιαγμένων από και για πιτσιρίκια, αλλά παραμένει για μια στιγμή ντροπιαστικό.
     Οι σαραντάχρονοι θέλουν πάντα να ζωντανέψουν από κάτι. Ένα συνθεσάιζερ μου μοιάζει λιγότερο άσχημο από μια ένεση στους αδένες.
     Εν ολίγοις, έχω κάνει ειρήνη μ' αυτό το θόρυβο. Μπορώ να περπατήσω σε μια παραλία ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους με γουόκμαν στα κεφάλια τους – ένας Θεός ξέρει πόσο μεγάλος είναι ο δείκτης διαρροής απ' όλα αυτά τα ακουστικά – χωρίς να χάσω την ηρεμία μου.
     Μόνο η μουσική που δεν παίζεται για τον εαυτό της μου φέρνει φαγούρα. Αυτοί οι μπλεγμένοι ήχοι του μουζάκ γίνονται ολοένα και πιο παγκόσμιοι. Στα λουτρά ξενοδοχείων. Στα κουπέ των βαγονιών. Σε αναβατήρες πίστας σκι. Το μικρότερο δωμάτιο πρέπει να βουίζει μαζί με το μεγάλο βούισμα.
     Η μουσική πρέπει να βιώνεται, όχι να προσφέρεται, διάβασα κάπου πρόσφατα. Και έτσι είναι. Όποιος αγαπά τη μουσική, για όποιον η μουσική είναι ιερή – θα βιώσει αυτήν την πανταχού παρούσα ένεση σε επίπεδο ψιθυρίσματος ως βλασφημία. Είναι πολύ κουραστικό γι' αυτόν όπως και για τον πιστό ο οποίος πρέπει να βασίσει την πίστη του σε ένα καθ' υπόδειγμα Θεό.
     Δεν θα μπορούσα να ξέρω οι οργανωτές όλων αυτών ποιους νομίζουν ότι διασκεδάζουν με τη στακτή βρύση των ήχων τους – εκτός από το Γραφείο για τα Δικαιώματα των Μουσικών. Ίσως να υποθέτουν ότι έχει μια ηρεμιστική επίδραση στο κοινό τους. Νομίζω ότι είναι πιο πιθανό ο ιός της ασθένειας της φαγούρας, προς το παρόν ακόμα κρυμμένος κάτω από τα δέρματα, και που αργά ή γρήγορα θα ξεσπάσει με όλη τη σφοδρότητά του – θα φροντίσει σ' όλη την επικράτεια της παγκόσμιας εστίασης για σπασμένα ποτήρια, αιματοβαμμένους τοίχους και νεκρούς διαχειριστές.


* [ΣτΜ] (αγγ.) ηχογραφημένη ελαφριά μουσική η οποία παίζεται από μεγάφωνα σε δημόσια μέρη. Προήλθε από τον Αμερικάνο G. Squire το 1934, από τον συνδυασμό των λέξεων music και kodak.

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017






Αυτό το άρθρο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό του Μαλατέστα Pensiero e Volontà το Μάιο του 1926.

Θεωρητικά «δημοκρατία» σημαίνει κυβέρνηση του λαού· κυβέρνηση από όλους για όλους με τις προσπάθειες ολονών. Σε μια δημοκρατία ο λαός πρέπει να είναι σε θέση να λέει ό,τι θέλει, να ορίζει τους εκτελεστές της βούλησής του, να παρακολουθεί τις επιδόσεις τους και να τους απομακρύνει όταν τον βολεύει.
Φυσικά αυτό προϋποθέτει ότι όλα τα άτομα που απαρτίζουν ένα λαό είναι σε θέση να σχηματίζουν γνώμη και να την εκφράζουν για όλα τα θέματα που τα ενδιαφέρουν. Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας είναι πολιτικά και οικονομικά ανεξάρτητος και ως εκ τούτου κανένας, που ζει, να μην είναι υποχρεωμένος να υποβληθεί στη βούληση άλλων.
Αν υπάρχουν τάξεις και άτομα που στερούνται των μέσων παραγωγής και επομένως εξαρτώνται από τους άλλους από το μονοπώλιο πάνω στα μέσα αυτά, το λεγόμενο δημοκρατικό σύστημα δεν μπορεί παρά να είναι μόνο μια υποκρισία, και μια υποκρισία που χρησιμεύει για να εξαπατά τη μάζα του λαού και να την κρατάει υπάκουα με μια εξωτερική επίδειξη εθνικής κυριαρχίας, ενώ η διακυβέρνηση των προνομιούχων και κυρίαρχων τάξεων είναι στην πραγματικότητα διασωσμένη και παγιωμένη. Τέτοια είναι η δημοκρατία και τέτοια ήταν πάντα σε μια καπιταλιστική δομή, όποια μορφή κι αν παίρνει, από συνταγματική μοναρχία μέχρι τη λεγόμενη άμεση διακυβέρνηση.
Δεν θα μπορούσε να υπάρχει τέτοιο πράγμα σαν τη δημοκρατία, κυβέρνηση του λαού, σε κάτι άλλο πέρα από ένα σοσιαλιστικό καθεστώς, όταν τα μέσα παραγωγής και διαβίωσης είναι κοινωνικοποιημένα και το δικαίωμα όλων να παρεμβαίνουν στη λειτουργία των δημοσίων υποθέσεων βασίζεται και είναι εγγυημένο από την οικονομική ανεξαρτησία του κάθε ατόμου. Σε αυτή την περίπτωση θα φαινόταν ότι το δημοκρατικό σύστημα ήταν το πλέον σε θέση να εγγυηθεί τη δικαιοσύνη και την εναρμόνιση της ατομικής ανεξαρτησίας με τις βιοτικές ανάγκες της κοινωνίας. Και έτσι φαίνεται, περισσότερο ή λιγότερο καθαρά, σε εκείνους που, στην εποχή των απόλυτων μοναρχιών, πολέμησαν, υπέφεραν και πέθαναν για την ελευθερία.
Αλλά για το γεγονός ότι, βλέποντας τα πράγματα όπως πραγματικά είναι, η κυβέρνηση όλου του λαού προκύπτει ότι είναι κάτι ανέφικτο, λόγω του γεγονότος ότι τα άτομα που απαρτίζουν το λαό έχουν διαφορετικές απόψεις και επιθυμίες και ότι ποτέ, ή σχεδόν ποτέ, σε οποιαδήποτε ερώτηση ή πρόβλημα δεν μπορούν όλοι να συμφωνήσουν. Ως εκ τούτου η «κυβέρνηση όλου του λαού», αν πρέπει να έχουμε μια κυβέρνηση, μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να είναι μόνο κυβέρνηση της πλειοψηφίας. Και οι δημοκράτες, είτε σοσιαλιστές είτε όχι, είναι πρόθυμοι να συμφωνήσουν. Προσθέτουν, είναι αλήθεια, ότι πρέπει κανείς να σέβεται τα δικαιώματα της μειοψηφίας· αλλά δεδομένου ότι είναι η πλειοψηφία που αποφασίζει ποια είναι αυτά τα δικαιώματα, ως αποτέλεσμα οι μειοψηφίες έχουν μόνο το δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλει και επιτρέπει η πλειοψηφία. Το μόνο όριο στη βούληση της πλειοψηφίας θα ήταν η αντίσταση που οι μειοψηφίες ξέρουν και μπορούν να προβάλλουν. Αυτό σημαίνει ότι θα υπήρχε πάντα ένας κοινωνικός αγώνας, στον οποίο ένα μέρος των μελών, αν και πλειοψηφία, έχει το δικαίωμα να επιβάλει τη βούλησή της στους άλλους, ζεύοντας τις προσπάθειες όλων στους δικούς της σκοπούς.
Και εδώ θα ήθελα να κάνω μια παρένθεση για να δείξω πώς, με βάση το σκεπτικό που υποστηρίζεται από τις αποδείξεις των γεγονότων του παρελθόντος και του παρόντος, δεν είναι καν αλήθεια ότι όπου υπάρχει κυβέρνηση, δηλαδή εξουσία, αυτή η εξουσία ενυπάρχει στην πλειοψηφία και ότι στην πραγματικότητα κάθε «δημοκρατία» ήταν, είναι και πρέπει να μην είναι τίποτε λιγότερο από «ολιγαρχία» – κυβέρνηση των λίγων, μια δικτατορία. Όμως, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, προτιμώ να σφάλω προς την πλευρά των δημοκρατών και να υποθέσω ότι μπορεί πραγματικά να υπάρξει μια πραγματική και ειλικρινής κυβέρνηση πλειοψηφίας.
Κυβέρνηση σημαίνει το δικαίωμα να φτιάχνω το νόμο και να τον επιβάλω σε όλους δια της βίας: χωρίς αστυνομική δύναμη δεν υπάρχει κυβέρνηση.
Τώρα, μπορεί μια κοινωνία να ζήσει και να προοδεύσει ειρηνικά για το γενικό καλό, μπορεί σταδιακά να προσαρμοστεί στις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες αν η πλειοψηφία έχει το δικαίωμα και τα μέσα να επιβάλει τη βούλησή της δια της βίας στις απείθαρχες μειοψηφίες;
Η πλειοψηφία είναι, εξ ορισμού, οπισθοδρομική, συντηρητική, εχθρός του νέου, νωθρή στη σκέψη και πράξη και ταυτόχρονα παρορμητική, υπερβολική, ευεπηρέαστη, επιφανειακή στους ενθουσιασμούς και παράλογους φόβους της. Κάθε καινούργια ιδέα προέρχεται από ένα ή μερικά άτομα, είναι αποδεκτή, αν είναι εφικτή, από μια περισσότερο ή λιγότερο σημαντική μειοψηφία και πείθει την πλειοψηφία, αν το κάνει ποτέ, μόνο αφότου έχει αντικατασταθεί από καινούργιες ιδέες και καινούργιες ανάγκες και έχει ήδη καταστεί ξεπερασμένη και μάλλον ένα εμπόδιο, παρά ένα κίνητρο για την πρόοδο.
Αλλά θέλουμε, τότε, μια κυβέρνηση μειοψηφίας;
Σίγουρα όχι. Αν είναι άδικο και επιβλαβές για την πλειοψηφία να καταπιέζει τις μειοψηφίες και να εμποδίζει την πρόοδο, είναι ακόμη πιο άδικο και επιβλαβές για μια μειοψηφία να καταπιέζει το σύνολο του πληθυσμού ή να επιβάλει τις δικές της ιδέες δια της βίας οι οποίες ακόμη και αν είναι καλές θα προκαλούσε τον αποτροπιασμό και την αντίθεση μόνο και μόνο γιατί είναι επιβεβλημένες.
Και έπειτα, δεν πρέπει κανείς να ξεχνάει ότι υπάρχουν όλα τα είδη των διαφορετικών μειοψηφιών. Υπάρχουν μειοψηφίες εγωιστών και κακούργων όπως υπάρχουν φανατικών που πιστεύουν ότι διακατέχονται από την απόλυτη αλήθεια και, με εντελώς καλή πίστη, επιδιώκουν να επιβάλουν στους άλλους ό,τι έχουν στην κατοχή τους για να είναι ο μόνος τρόπος σωτηρίας, ακόμη και αν είναι απλή ανοησία. Υπάρχουν μειοψηφίες αντιδραστικών που επιδιώκουν να γυρίσουν πίσω το ρολόι και είναι διαιρεμένες ως προς τους δρόμους και τα όρια της αντίδρασης. Και υπάρχουν επαναστατικές μειοψηφίες, διαιρεμένες επίσης ως προς τα μέσα και τους σκοπούς της επανάστασης και την κατεύθυνση που η κοινωνική πρόοδος θα έπρεπε να πάρει.
Ποια μειοψηφία θα έπρεπε να πάρει τον έλεγχο;
Αυτό είναι θέμα ωμής βίας και ικανότητας για ίντριγκες, και οι πιθανότητες ότι η επιτυχία θα έπεφτε στην πιο ειλικρινή και πιο αφοσιωμένη στο γενικό καλό δεν είναι καλές. Για να κατακτήσει την εξουσία χρειάζεται ιδιότητες που δεν είναι ακριβώς εκείνες που απαιτούνται για να εξασφαλιστεί ότι η δικαιοσύνη και η ευημερία θα θριαμβεύσει στον κόσμο.
Αλλά εγώ θα συνεχίσω εδώ να δίνω σε άλλους το πλεονέκτημα της αμφιβολίας και να υποθέσω ότι μια μειοψηφία ήρθε στην εξουσία την οποία, μεταξύ εκείνων που φιλοδοξούν να έρθουν στην κυβέρνηση, θεωρώ την καλύτερη για τις ιδέες και τις προτάσεις της. Θέλω να υποθέσω ότι οι σοσιαλιστές ήρθαν στην εξουσία και θα πρόσθετα, επίσης τους αναρχικούς, αν δεν εμποδιζόμουν από μια αντίφαση όρων.
Αυτό θα ήταν το χειρότερο από όλα;
Ναι, για να κερδίσει εξουσία, είτε νόμιμα είτε παράνομα, πρέπει κανείς να έχει αφήσει στην άκρη του δρόμου ένα μεγάλο μέρος του ιδεολογικού φορτίου του και να έχει απαλλαγεί από όλους τους ηθικούς ενδοιασμούς του. Και στη συνέχεια, άπαξ στην εξουσία, το μεγάλο πρόβλημα είναι πώς να μείνει εκεί. Κάποιος πρέπει να δημιουργήσει ένα κοινό ενδιαφέρον για τη νέα κατάσταση και να επισυνάψει στους κυβερνώντες μια νέα προνομιούχα τάξη, και να καταστείλει κάθε είδους αντιπολίτευση με κάθε δυνατό μέσο. Ίσως στο εθνικό συμφέρον, αλλά πάντα με καταστρεπτικά ως προς την ελευθερία αποτελέσματα.
Μια εγκαθιδρυμένη κυβέρνηση, βασισμένη στην παθητική συναίνεση της πλειοψηφίας και ισχυρή σε αριθμούς, στην παράδοση και στο συναίσθημα – μερικές φορές ειλικρινώς – ότι είναι στη σωστή μεριά, μπορεί να αφήσει λίγο χώρο στην ελευθερία, τουλάχιστον εφ’ όσον οι προνομιούχες τάξεις δεν αισθάνονται ότι απειλούνται. Μια νέα κυβέρνηση, η οποία βασίζεται στην υποστήριξη μόνο μιας συχνά πενιχρής μειοψηφίας, είναι υποχρεωμένη εξ ανάγκης να είναι τυραννική.
Αρκεί να σκεφθεί κανείς τι οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές έκαναν όταν ήρθαν στην εξουσία, είτε προδίδουν τις αρχές και τους συντρόφους τους ή με μεγάλη επιτυχία στο όνομα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.
Αυτός είναι ο λόγος που δεν είμαστε ούτε υπέρ μιας κυβέρνησης πλειοψηφίας ούτε υπέρ μιας κυβέρνησης μειοψηφίας· ούτε υπέρ της δημοκρατίας ούτε υπέρ της δικτατορίας.
Είμαστε υπέρ της κατάργησης του χωροφύλακα. Είμαστε υπέρ της ελευθερίας όλων και της ελεύθερης συμφωνίας, η οποία θα είναι εδώ για όλους όταν κανείς δεν έχει τα μέσα να εξαναγκάζει τους άλλους, και όλοι ασχολούνται με την καλή λειτουργία της κοινωνίας. Είμαστε υπέρ της αναρχίας.
Μάιος 1926
Πηγή, Μετάφραση: Αιχμή

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017





Γεννημένος το 1898, ο Βέλγος René Magritte είναι γνωστός για το καλλιτεχνικό του ταλέντο στον σουρεαλισμό, όπως και για την ευφυή οπτική του σχετικά με τη ζωή. Έγινε διάσημος ζωγραφίζοντας κοινά αντικείμενα με ασυνήθιστους τρόπους που οδήγησε στην κατάταξή του ως σουρεαλιστή.

Ο σουρεαλισμός είναι ένα πολιτιστικό κίνημα που βασίστηκε στην περίοδο Dada μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο και την περίοδο των μεγάλων εφευρέσεων στην ιατρική, στο θέαμα, στη μετακίνηση και την επιστήμη. Είναι επίσης η έκφραση ενός φιλοσοφικού κινήματος για την σημασία της τέχνης. Τα θέματα που κυριαρχούν σε αυτήν την τέχνη έχουν να κάνουν με τον στοχασμό πάνω στην πραγματικότητα και τη φαντασία, την αντικειμενικότητα και την υποκειμενικότητα. Η σχέση τους με το όνειρο και το ασυνείδητο, προφανώς επηρεασμένα από τα γραπτά του Φρόυντ, είναι αντιληπτά σε πολλούς από τους πίνακες αυτής της περιόδου. Επίσης οι ζωγράφοι του σουρεαλισμού επιθυμούσαν να έρθουν σε ρήξη με τα στενά όρια των κοινωνικά επιτρεπτών συμπεριφορών και παραδόσεων με σκοπό να ανακαλύψουν την καθαρή σκέψη και το πραγματική φύση τους.  

Ο ίδιος ο ζωγράφος περιγράφει τον πίνακα ως εξής: «Μπροστά σ’ ένα παράθυρο το οποίο βλέπουμε μέσα από ένα δωμάτιο, έβαλα ένα πίνακα που αναπαριστά ακριβώς το μέρος του τοπίου το οποίο κρύβεται πίσω από τον πίνακα. Έτσι, το δέντρο στον πίνακα κρύβει το δέντρο πίσω του και που βρίσκεται έξω από το δωμάτιο. Για τον θεατή βρίσκεται και μέσα στο δωμάτιο πάνω στον πίνακα αλλά και έξω στο πραγματικό τοπίο. Έτσι ακριβώς βλέπουμε τον κόσμο, δηλαδή, έξω από εμάς˙ παρομοίως μερικές φορές θυμόμαστε ένα παλιό γεγονός σαν να βρίσκεται στο παρόν. Ο χρόνος και ο χώρος χάνουν το νόημά τους και η καθημερινή εμπειρία μας γίνεται κυρίαρχη.»
«Ερωτήσεις όπως «Τι σημαίνει αυτός ο πίνακας, τι συμβολίζει;» είναι δυνατές μόνο αν κάποιος δεν έχει τη δυνατότητα να δει τον πίνακα σε όλη του την αλήθεια, και μόνο αν κάποιος αυτόματα θεωρήσει ότι η ακριβής αυτή εικόνα δεν δείχνει ακριβώς αυτό που είναι. Είναι σαν να πιστεύει ότι το νόημα που υπονοείται αξίζει περισσότερο από το φανερό νόημα. Δεν υπάρχει κρυφό μήνυμα στους πίνακές μου, παρ' όλη την σύγχυση που προσδίδει συμβολικό μήνυμα σ’ αυτούς.»
«Πως μπορεί κάποιος να χαίρεται ερμηνεύοντας σύμβολα; Αυτά είναι «υποκατάστατα» τα οποία είναι χρήσιμα μόνο σε μυαλά τα οποία είναι ανίκανα να γνωρίζουν τα πράματα έτσι όπως έχουν. Ένας λάτρης της ερμηνείας δεν μπορεί να δει ένα πουλί˙ το βλέπει μόνο ως σύμβολο. Μολονότι ένας τέτοιος τρόπος γνώσης του «κόσμου» μπορεί να είναι χρήσιμος στη θεραπεία πνευματικών διαταραχών, θα ήταν ανόητο να τον συγχέουμε με ένα νου ο οποίος μπορεί να εφαρμόσει οποιοδήποτε είδος σκέψης.» (απόσπασμα από γράμμα του Magritte στον Α. Chavee, 30.9.1960)

O Magritte είχε επηρεαστεί πολύ από τα γραπτά του Καντ, που είχε θεωρήσει ότι οι άνθρωποι μπορούν να εκλογικεύσουν καταστάσεις αλλά δεν μπορούν να κατανοήσουν τα «πράγματα έτσι όπως είναι στον εαυτό τους». Αυτό βρίσκει την εφαρμογή του στα έργα του Magritte: η ζωγραφιά ενός τοπίου δεν είναι το ίδιο με το τοπίο. Ας μην ξεχνάμε τον πασίγνωστο πίνακά του: «Η προδοσία των εικόνων» με την επιγραφή «αυτή δεν είναι μία πίπα» κάτω από την εικόνα μίας πίπας. 

Στην «Ανθρώπινη κατάσταση» ο ζωγράφος «παίζει» με αυτήν τη θεωρία εκμεταλλευόμενος το επίπεδο χώρο των δύο διαστάσεων στον πίνακα απεικονίζοντας τον χώρο «έξω από αυτόν» με τις τρεις διαστάσεις του. Ο τίτλος λοιπόν αναφέρεται στην κατάσταση που δημιουργείται με αυτήν την εγγενή πάλη στους θεατές μέσω της θέασης αυτού του θεάματος που «κάμπτει το μυαλό».

Η πραγματικότητα όμως είναι θέμα αντίληψης. Ο θεατής εμποδίζεται στο να δει το πραγματικό τοπίο επειδή υπάρχει το εμπόδιο της ζωγραφιάς (μέσα στη ζωγραφιά) του τοπίου. Βλέπουμε μόνο αυτό που μας επιτρέπεται να δούμε. Το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή: ο χρόνος και ο χώρος χάνουν τη σχετικότητά τους όσο η αντίληψη κινείται προς το κύριο σημείο, το προσκήνιο.

 Όπως ο Magritte αρέσκεται να φτιάχνει «ζωγραφιές μέσα σε ζωγραφιές» που δίνουν την ψευδαίσθηση ότι ο καμβάς «διαλύεται» μέσα στο φόντο της όλης ζωγραφιάς, έτσι και εμείς αντιλαμβανόμαστε, εξηγώντας στον εαυτό μας και δίνοντας έτσι νόημα στην πραγματικότητα. Το όλο εγχείρημα του ζωγράφου είναι ότι αποδεικνύει πόσο διφορούμενο και ανεπαίσθητο είναι το σύνορο μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού, μεταξύ αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας, μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Είμαστε η πηγή της πραγματικότητας: δίνουμε πραγματικότητα αντί να την παίρνουμε. Ο Αριστοτέλης το ονόμαζε «νόησις νοήσεως», ο Τσουανγκ Τζου αναρωτήθηκε «ήμουν άνθρωπος που ονειρεύτηκε ότι ήταν πεταλούδα ή μήπως είμαι τώρα πεταλούδα που ονειρεύεται ότι είναι άνθρωπος;» και ο Πόε το έγραψε ως: «Είναι όλα αυτά που βλέπουμε ή φαίνονται, τίποτα άλλο από ένα όνειρο μέσα σε ένα όνειρο;».

Όπως καταλαβαίνετε υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν να εκφραστούν ικανοποιητικά με τη γλώσσα.  Γι’ αυτό ο Magritte είχε πει ότι «το περιεχόμενο ενός πίνακα είναι πιο σημαντικό από την εξωτερική μορφή του. Επομένως ο πίνακας αποτελεί την οπτική προσέγγιση για την έκφραση της ιδέας». Αξιοθαύμαστο είναι ότι εδώ το πραγματικό προσεγγίζεται με το ψεύτικο (πίνακα) ο οποίος στην ουσία αναπαριστά μια ψευδαίσθηση!

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017




Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933)



Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς,
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.

Στης Ελευσίνος και στης Φθίας τα παλάτια
η Δήμητρα κ’ η Θέτις αρχινούν έργα καλά
μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνόν. Aλλά
πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια
του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη,
και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται κ’ επεμβαίνει. 

[Από τα αναγνωρισμένα, 1900 - 1901]

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

 
Octave Mirbeau** (1848-1917)

Είχα απομακρυνθή μόνος εις ένα δάσος του Gabon, άοπλος. Και προχωρούσα εις την τύχην ανάμεσα εις ωραίαν έκτασιν, γεμάτην  χλόη και άνθη.
Έξαφνα, δύο βήματα μπροστά μου είδα ξαπλωμένο κοντά εις το δένδρο έναν θεώρατο γορύλλα… Ετρόμαξα… ήθελα να φύγω, αλλ’ ο φόβος μ’ εκάρφωσε στο έδαφος… Δεν ημπορούσα να κάμω βήμα… τα δόντια μου έτριζαν από τον φόβο.
Εν τούτοις παρά την τρομακτικήν όψιν του, καμμία εχθρότητα ή άγριον ένστικτον, ούτε οργήν μου έδειχνε το τεράστιον ζώον. Ήτο εις γέρων γορύλλας ήσυχος και δυνατός και ο οποίος τουλάχιστον προς στιγμήν είχεν έκφρασιν ειρηνικήν. Όταν μου πέρασεν ο φόβος μου εφάνη ότι το φοβερόν ζώον με παρετήρει με πατρικήν περιέργειαν.
- Πλησίασε, μου είπε. Μη φοβείσε καθόλου.
Έκαμα κάποιο βήμα προς αυτόν και οι δυο μας εκαθήσαμεν εις τα πόδια του δένδρου επάνω εις μίαν ρίζαν του. Ο γορύλλας μ’ εκύτταξε κάμποσιν ώρα χωρίς να ομιλήση. Έπειτα μ’ εψηλάφησε τα χέρια, τα πόδια, τον θώρακα… και με τόνο ευσπλαγχνικό, ανάμικτο με ζηλοτυπία, ίσως περιφρονητικώς, με ηρώτησε:
- Λοιπόν, συ είσαι ο άνθρωπος;
- Ναι, απήντησα εγώ, ολίγον εντροπαλός.
-Δεν είσαι ώμορφος, μου είπε.
Έπειτα από ολίγη σιωπή εξηκολούθησε.
- Πώς είσαι μικρός! οι μυς σου είναι μαλακοί, τα κόκκαλά σου εύθραυστα, τα μπράτσα σου κοντά… Και τι πράγμα είνε αυτό το λείο δέρμα το οποίον φλογώνει και με το παραμικρότερο τσίμπημα της σκνίπας; Και πώς ημπορείς ν’ αναπνεύσης τον αέρα γεμάτον από δηλητήρια, τα οποία εξέρχονται από αυτό το δάσος, με ένα στήθος τόσο δα στενό;
Εκούνησε το κεφάλι του και επανέλαβε πάλιν με τόνον απείρου λύπης:
- Λοιπόν, συ είσαι ο άνθρωπος;
Και προσέθεσε:
- Δεν είμαι υπερήφανος δια σε.
Εγώ δεν εγνώριζον τι να ειπώ, αλλ’ ο γορύλλας μ’ έβγαλε απ’ αυτήν την στενοχώρια και με ευγένεια με διέκοψε:
- Ας ιδούμεν, μου είπε, τι έκαμες από την ημέραν…
- Ποια ημέρα;
- Από την ημέρα όπου εις μίαν στιγμή τρέλλας έκαμα να εξέλθη από μένα η κατηραμένη αυτή ανθρωπίνη φυλή.
- Αλλοίμονον, απήντησα εγώ, έκαμα πολλά πράγματα.
- Πολλά πράγματα κακά, δεν είνε αλήθεια;
- Δεν υπερηφανεύομαι πολύ.
- Ειπέ μου τίποτε απ’ όσα έκαμες.
- Τι, θέλεις να γελάσης μαζή μου, του είπα, συ ο οποίος φαίνεσαι ότι έχεις θαυμάσιαν σοφίαν;
- Ίσως, διότι δεν είμαι υποχρεωμένος να κλαίω… Εμπρός, ομίλει…
- Ε, λοιπόν, αφού το θέλεις, άκουσε. Αφ’ ότου ήρχισα να φυτρώνω εις τη γην… είχα την ιδέαν να δημιουργήσω θρησκείας και πατρίδας… ανεκάλυψα παππάδες και στρατιώταις δια να υπηρετήσω τους πρώτους και διατηρήσω τους δεύτερους.
- Ναι, ο πόλεμος!.. Συ ανεκάλυψες τον πόλεμον… ενώ ηδύνασαι να ζης τόσον ελεύθερα όπως κι εγώ ζω εις τα ωραία δάση, εις τας όχθας των λιμνών, ανάμεσα εις την φύσιν, όπου πανταχού ευρίσκονται καρποί εύχυμοι, το καθαρόν ύδωρ των πηγών και οι μαλακοί τάπητες των ανθέων δια να αναπαύησαι και να κοιμάσαι. Οποία κτηνωδία!..
- Αλλοίμονον! επίστευσα ότι θα είχεν ανάγκη να μείνη ο άνθρωπος εις το ψεύδος και τον φόβο, δια να τον εκμεταλλεύομαι…
- Α, βλάκα… έκαμες ένα ωραίο παιχνίδι έτσι… Δεν γνωρίζω ακριβώς εκείνα, τα οποία ονομάζεις συ πατρίδας και θρησκείας, αν και αυταί άφησαν μέχρις αυτού του εδάφους τα αιματηρά ίχνη των διαβάσεών των φονικότερα της πανούκλας και του κιτρίνου πυρετού… Όσον αφορά τους ιερείς σου και τους στρατιώτας σου εγώ τους γνωρίζω. Έρχονται κι εδώ καμιά φορά. Οι μεν προτείνουν περίεργα ξύλινα, τα οποία ονομάζουσι σταυρούς, οι δε ξεκοιλιάζονται με ξίφη… Φονεύουν παν ό,τι συναντούν, ανθρώπους, ζώα, φυτά… Δεν είδα ποτέ μου τίποτε τόσο βδελυρόν. Φαίνονται ό,τι σύρονται δεν ηξεύρω κι εγώ από τι τρέλλαν καταστροφής και σφαγής…
Εγώ κατέβασα το κεφάλι.
- Είναι αλήθεια, είπα… δεν είχα καλό ποδαρικό… επειδή κατά συνέπειαν των δύο αυτών θεομηνιών, τας οποίας ανεκάλυψα και έρριψα εις τη γην, η ανθρωπότης -η οποία εξήλθε από σε- δεν υπήρξε άλλο παρά μια μακρά και παρατεταμένη φωνή λύπης…
Ο Γορύλλας είχαν εξαγριωθή πολύ. Εστέκετο και με κυτούσε στα μάτια, κάμνων κάποτε μεταξύ των τρομερών οδόντων του καμμίαν κωμικήν μιμικήν κίνησιν ανάμικτον μετ΄ οίκτου:
- Α! βλάκα: βλάκα!
Και μετ’ ολίγον:
- Ας ίδωμεν μου είπε. Θέλεις λοιπόν να εξακολουθής να ζης έτσι εις την τρέλλαν, εις το έγκλημα, εις τα βάσανα!
- Τι θέλεις να κάμω;
- Χάλασε μια φορά ακόμη, ανόητε άνθρωπε ό,τι κατασκεύασες…
- Είνε πολλά τώρα.. είνε αδύνατο…
Από τη μία άκρη έως την άλλη η ανθρωπότης έχει δηλητηριασθή από τα ψεύδη και τας προλήψεις, είνε δεμένη με διπλή άλυσο, την οποίαν εγώ ο ίδιος κατασκεύασα με τα χέρια μου..
Είνε πολύ αργά…
Ο γορύλλας εσήκωσε τους πλατείς ώμους του και με φωνήν τραχείαν είπε:
- Διατί δεν θέλεις; διότι δεν έχεις ούτε θάρρος, ούτε ενέργειαν. Διότι η καρδία σου είνε τόσον δειλή όσον το σώμα σου ασθενές… τέκνον έκφυλλον. Εγώ δεν είμαι παρά ένας γορύλλας… ένας πτωχός διάβολος του γορύλλα και ηξεύρω ολίγα πράγματα περί της ιστορίας σου και της ηθικής σου… Αλλ’ η φύσις μ’ εδίδαξε να εννοώ τα πράγματα… Οι ιερείς σου και οι στρατιώται σου δεν είναι παρά φαντάσματα -εγώ σου το λέγω- και συγχωρημένοι να είνε. Ρίψε εις τας σκοτεινάς όψεις των μίαν μόνην ακτίνα της θαυμασίας αυτής αληθείας η οποία υπάρχει πανταχού εις τους δρόμους, η οποία περιτρέχει ελευθέρως εις την φύσιν και η οποία φαίνεται από τα κατώτερα ζώα… και τα φαντάσματα θα λείψουν!
- Θα χρειασθή πολύς, πολύς καιρός και εγώ είμαι κουρασμένος.
- Βάλε το χρόνο που χρειάζεται.
Δεν ηθέλησα να μένω εις την ελεεινήν εντύπωσιν, την οποίαν μου επροξένησαν αι εκμυστηρεύσεις του γορύλλα. Ησθανόμην την ανάγκην να υπερηφανευθώ δια το πνεύμα μου. Και με ευγενή χειρονομία επανήρχισα.
- Έκαμα πράγματα θαυμάσια…
Αλλ’ ο γορύλλας με διέκοψε και με όλον το επιβλητικόν ύφος του προσώπου του μ’ εσταμάτησε γρήγορα τας νευρικάς χερονομίας.
- Σιώπα, είπε. Δεν θέλω να μάθω τα θαυμάσια πράγματα τα οποία έκαμες. Επειδή, εν όσω δεν ηλευθερώθης από τας θρησκείας σου και τας πατρίδας σου και από παν ό,τι συνδέεται με αυτάς, δεν έκαμες τίποτε…
Σιώπα… και φάγε.
Τότε ο γορύλλας επήρε από πίσω από το δένδρο τους χαριτωμένους και μυρωδάτους καρπούς του, τους οποίους είχε κόψη από το πρωί μέσα εις το δάσος και μου τους προσέφερε.
Εγώ τους κατεβρόχθισα χωρίς λέξι.

(Εκ του γαλλικού)
Λάρισα
_______________________________________
*Δημοσιεύτηκε στην εργατική-σοσιαλιστική εφημερίδα του Βόλου “Εργάτης-Γεωργός” τεύχος 73, 9 Ιούνη 1911. Ο μεταφραστής φέρεται ότι ήταν από τη Λάρισα, αλλά μας είναι άγνωστος. Μεταφέρεται εδώ στην αρχική καθαρεύουσα αλλά χωρίς το πολυτονικό σύστημα.

**Ο Octave Mirbeau (1848-1917) ήταν Γάλλος αναρχικός συγγραφέας, κριτικός τέχνης και δημοσιογράφος. Γνωστός περισσότερο για το μυθιστόρημά του “Ημερολόγιο μιας καμαριέρας” που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Λουί Μπουνιουέλ. (Μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1924 από τον Σπυριώτη, το 1966 από τον Όθωνα Αργυρόπουλο και το 1995 από τον Μπάμπη Λυκούδη). Περιφρονούσε λογοτεχνικές σχολές και θεωρίες και αποστρεφόταν με ριζικό τρόπο κάθε τι το θεσμικό Στην ελληνική γλώσσα έχει κυκλοφορήσει το κείμενό του “Η απεργία των ψηφοφόρων” (εκδόσεις Άγρα, 2014) σε μετάφραση Ανδρέα Στάικου.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

 

Τρύφων Λιώτας

Η ταινία "Ο Αγγελιοφόρος" (Ulak, 2008, Turkey) του Çagan Irmak είναι μια χωρίς χρόνο και τόπο αληθινή ιστορία με πολλά κρυμμένα μηνύματα που απαιτούν την συμμετοχή του ακροατή – τηλεθεατή. Και όλα αυτά ενδεδυμένα με τον μανδύα της φαντασίας και του παραμυθιού σε κάποιο χωριό της Ανατολής πριν πολλά χρόνια, όπου η τέχνη των παραμυθάδων καθήλωνε τους ακροατές, ανοίγοντας στα μάτια της φαντασίας τους σε κόσμους που προκαλούσαν δέος.
Ένας παραμυθάς ταξιδεύει από χωριό σε χωριό όπου διηγείται το παραμύθι του στα παιδιά του χωριού. Το κάνει από ανάγκη, όχι όμως για βιοποριστικούς λόγους αλλά γιατί θεωρεί ότι ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα χωρίς τα λόγια του. Η ιστορία μιλά για έναν αγγελιοφόρο στον οποίο κάτι που έχει δει έχει αλλάξει τον τρόπο που βλέπει και μιλά για τα πράγματα. Μια μέρα θα φτάσει σε ένα χωριό που οι κάτοικοί του μοιάζουν να έχουν μαζέψει όλες τις αμαρτίες του κόσμου: γυναίκες λοιδορούνται για την ατεκνία τους, μια μητέρα εκδίδει το παιδί της, πατεράδες ταπεινώνουν τα παιδιά τους και ερωτευμένοι απαγορεύεται να είναι μαζί. Οι καρδιές των κατοίκων είναι σκοτεινές, τα στόματα κλειστά στις οφθαλμοφανείς αδικίες αλλά ανοιχτά στην κοροϊδία του συγχωριανού. Η ζωή εκεί έχει καταντήσει ένα συνεχές μαρτύριο. Όμως το παραμύθι με το μήνυμα του αγγελιοφόρου θα αρχίσει να αλλάζει τη ζωή στο μικρό χωριό. Το άγχος εξαφανίζεται από τις καρδιές των ανθρώπων και η σκιά που πριν κυριαρχούσε δίνει τη θέση της σε μια καινούργια διάθεση γεμάτη κουράγιο. Η αλήθεια θα νικήσει τη σιωπή. Στα παραμύθια γίνονται θαύματα εδώ όμως έχουμε ένα το οποίο κάνει το ίδιο θαύματα αφού μπορεί και διώχνει το φόβο από τις καρδιές των ανθρώπων.
Κανένα από τα μηνύματα της ταινίας δε δίνεται με άμεσο τρόπο. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος δήλωσε πριν την προβολή της ταινίας ότι «αν περιμένετε κλισέ, δε θα ικανοποιηθείτε».
«Κάποτε είμασταν όλοι αδέλφια. Δεν γραφτήκαν όλα τα βιβλία για εμάς; Τι άλλαξε; Τι μας συνέβη;» Έτσι ξεκινά η ταινία μαζί με την αναφορά στο όνομα του Δημιουργού. Το παραμύθι που θα εξελιχθεί έχει θέσει ήδη τις βάσεις της αλληγορίας του: δεν αναφέρεται στα παλιά χρόνια αφού η ανθρωπότητα συνεχίζει να μην είναι αδελφωμένη˙ δεν μιλά για κάποιο συγκεκριμένο χωριό αφού μπορεί να είναι το οποιοδήποτε˙ ενώ η θρησκεία στο υπόβαθρο απλά τονίζει την πίστη στη δικαιοσύνη ενός ανώτερου όντος αφού η δικαιοσύνη των θνητών ανίκανη να γίνει ισχυρή από μόνη της απλά υφαρπάχτηκε από τους δυνατούς.
Οι ιστορίες εστιάζουν στη δύναμη του Θεού, την σημασία του να παραμένεις αληθινός στον εαυτό σου και την ανάγκη για την αποτίναξη του ζυγού της τυραννίας. Ο αγγελιοφόρος είναι ιδιαίτερα σκληρός με εκείνους που ακολουθούν τυφλά το κοινό συναίσθημα χωρίς να κατανοούν τίποτα για τους εαυτούς τους και τις κοινωνίες των οποίων μέλη αποτελούν. Είναι ταυτόχρονα οι λιγότερο ευφυείς αλλά και οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι. «Εκείνοι που ξέρουν αλλά σιωπούν είναι τόσο ένοχοι όσο και οι αυτουργοί του εγκλήματος.»
Τα τρία μέρη στα οποία χωρίζεται η ιστορία θα μπορούσαν να παρομοιαστούν κατά σειρά με το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Ο παραμυθάς μας έχει ήδη από την αρχή προειδοποιήσει για την ενεργητική και απαιτητική συμμετοχή μας: το «μέλλον» και η ευθύνη του ανήκει αποκλειστικά στον ακροατή. Αυτός θα πρέπει να το «διηγηθεί» με τα μάτια της φαντασίας του. Η φαντασία παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο στο παραμύθι και στη ζωή. Γι’ αυτό ο παραμυθάς διαλέγει τα παιδιά για ακροατήριο και οι ελάχιστες εξαιρέσεις που κάνει για μεγάλους είναι επειδή αυτοί έχουν διατηρήσει την ικανότητα να ονειρεύονται. Εξάλλου η ταινία είναι αφιερωμένη σε όλα τα παιδιά με την δυνατότητα να ονειρεύονται γιατί αυτά αποτελούν ταυτόχρονα την ελπίδα και το ίδιο το μέλλον.
Με την βοήθεια της απίστευτης μουσικής επένδυσης από την Ευανθία Ρεμπούτσικα (που 2 χρόνια πριν είχε γράψει και πάλι τη μουσική για την προηγούμενη ταινία του ίδιου σκηνοθέτη αποσπώντας το 1ο βραβείο το 2006), τις αξέχαστες ερμηνείες από επαγγελματίες αλλά και ερασιτέχνες ηθοποιούς, τα καταπληκτικά κουστούμια, το προσεγμένο σενάριο και την όμορφη σκηνοθεσία ο θεατής βρίσκεται από την αρχή καθηλωμένος σε μια «ονειρική» κατάσταση όπου το παραμύθι συνυφαίνεται τόσο καλά με την πραγματικότητα κάνοντας αδύνατη την οποιαδήποτε διάκρισή τους. Αν συνυπολογίσουμε και την αβεβαιότητα του χρόνου και του τόπου σε αυτήν την εναλλαγή παραμυθιού και πραγματικότητας τότε ίσως κατανοήσουμε ότι ο σκηνοθέτης θέλει να μας πει μια παλιά ιστορία για το σήμερα και το αύριο χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του χθες. Μια γλώσσα όμως που δεν σιωπά, μιλά με θάρρος για τις ρίζες της ζωής και την σημασία των αξιών της. 

Μπορείτε να απολαύσετε αυτό το αριστούργημα με ελληνικούς υπότιτλους εδώ
Δημοσιεύτηκε στον Τοίχο.

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017






Από το "Υπό ξένην σημαία" - Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

Ι. Συναντήσαμε τους δρόμους αυτούς προς δυσμάς της εφηβείας

Συναντήσαμε τοὺς δρόμους αὐτοὺς πρὸς δυσμὰς τῆς ἐφηβείας
ὅταν ἡ μάχη εἶχε κριθεῖ χωρὶς νὰ χάσουμε σταγόνα αἷμα
ἕτοιμο ἤδη μᾶς περίμενε τὸ φέρετρο καὶ τ' ὁλοκαίνουριο κοστούμι
ἡ χειραψία τοῦ προϊστάμενου κι ὁ τελευταῖος ἀσπασμὸς τῶν φίλων
- τίποτα δὲν ἀλλάζει πιὰ μέσα σὲ τοῦτο τὸ τοπίο
ἠλεκτρικὸ νεκροταφεῖο μ' εὐτυχισμένους νεκροὺς κουρδισμένα τραγούδια
τίποτα δὲν ἀλλάζει πιὰ
ἀποστηθίσαμε τὴ ζωή μας εὔκολο μάθημα
ξέρουμε ποὺ ἀρχίζει ποὺ τελειώνει
(ἄμμος χωμένη μὲς στὰ νύχια νὰ σὲ πονάει ξαφνικὰ σὰ φῶς ποὺ σὲ ξυπνάει τὴ νύχτα
ριπὲς ἀνέμου μὲς στὸ ἀκίνητο αἷμα, φάντασμα σημαίας λυγμὸς παλιοῦ χαρτιοῦ μὲς στὸ συρτάρι
λόγια ἐνὸς ρήτορα παράκαιρου φύλλα ξερὰ μέσα σὲ πάρκα ποὺ λησμόνησαν τὴν ἄνοιξη)
Ἀποστηθίσαμε τὴ ζωή μας, μελάνι καὶ χαρτὶ
μελάνι καὶ χαρτὶ
- μιὰ ἠχὼ καλοκαιριοῦ μέσα σὲ δέκα κούφια χρόνια

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017




     Δεν έρχεσαι σε ευχάριστη διάθεση αντιλαμβανόμενος με πόσες λεπτές και ακόμη λεπτότερες κλωστές είμαστε δεμένοι με τον πρωτόγονο κόσμο των πιο μακρινών προγόνων μας, όταν αυτοί περπατούσαν ακόμα στα τέσσερα χωρίς κουμπιά ή φερμουάρ στη γούνα τους. Με πόσα πολλά σκοινιά και καλώδια.
     Θεωρούμε τους εαυτούς μας εξαιρετικά πολιτισμένους, έξυπνους και αυθεντικούς. Αλλά κάτω από τη ρωγμή όλων των εκλεπτύνσεών μας, των παρακαμπτηρίων μας και των αλλαγών μας είναι – αν θελήσουμε να το δούμε – επώδυνα ορατά σε ποιες χωρίς λογική ανάγκες και ηλίθιες παρορμήσεις βασίζεται η επανάληψή τους. Θέλουμε ευχαρίστως να μην το βλέπουμε.
     Αν είμαστε τώρα αγρότες ή φιλόσοφοι, κλέφτες κοσμημάτων ή βασιλιάδες της μόδας, ποιητές ή χασάπηδες, οι χιλιότροπες πράξεις μας και εικασίες μας, κάθε μία με την δικιά της ξεχωριστή μεταμφίεση, μπορούν να αναχθούν σε τρεις, ίσως τρεισήμισι γυμνές ιδιορρυθμίες. Σεξ, πόλεμο, φαΐ. Και η μισή έχει σχέση με το Θεό – το άγχος για το ανώτατο ον σιγοβράζει πάντα, μέσω του άγχους της βροντής και του κεραυνού, σαν ένα πολύ χλωμό κατάλοιπο, για παράδειγμα, όταν περνάς μια σκάλα απ' τη λάθος πλευρά. Γι' αυτό και είναι απ' όλα τα εγωιστικά αρχέγονα κίνητρα μάλλον το πιο ισχυρά διαβρωμένο και ξεκοκαλισμένο.
     Κυνηγάμε για να βρούμε τροφή, παλεύουμε για να μην μας φάνε και κάνουμε έρωτα για να διατηρήσουμε το είδος. Ο πόλεμος και η σεξουαλικότητα παρέμειναν τα πιο αναγνωρίσιμα, αν και συχνά διεξάγουμε το πρώτο μόνο και μόνο για πλάκα και από το τελευταίο λείπει συχνά η πλάκα.
     Ο πόλεμος δικαιολογείται προς τα έξω ακόμα απεικονίζοντας τον εχθρό σαν ένα διάβολο και σφετεριστή, και το σεξ παραμένει κάτι που έχει να κάνει με παιδάκια, αλλιώς δεν θα διαβάζατε αυτά που γράφω.
     Πιο πολύ μπερδευόμαστε με το ένστικτο του κυνηγού. Αλλά παραμένει, παρ' όλες τις συστοιχίες φωλιών στα πτηνοτροφεία, τις κονσέρβες και τα  εστιατόρια πέντε αστέρων, παρά το γεγονός ότι απ' τις τέσσερις γωνιές του κόσμου πετάνε για να γεμίσουν το στόμα μας όλα τα λαχταριστά θηράματα ψητά ή φιλεταρισμένα, ακόμα μάλλον αξιόπιστο. Είναι ελάχιστα ανυψωτικό, παρατηρώντας τον εαυτό μας, να πρέπει να συμπεράνουμε ότι είναι αρκετά λιγότερο βαρετό απ' το Θεό.
     Προσωπικά, ιδιαίτερα νευρικά τικ που θα μπορούσε κάποιος να έχει, ατομικές αποκλίσεις οι οποίες τον κάνουν διαφορετικό απ' άλλους και αναμφίβολα όχι αδιάφορο. Ξεχάστε το. Μπορεί να είναι ότι τα παραλέω και προσεύχομαι στο Θεό να είναι μια παράλογη ιδέα αλλά όλο και περισσότερο υποψιάζομαι ότι κάθε παραξενιά που δεν εμπίπτει στις κατηγορίες σεξ και πόλεμος είναι μια ανόητη ηχώ, χωρίς σκοπό και χωρίς έννοια, από τον αναστεναγμό του πάθους της κυριαρχίας του με προβιές αγριμιών τυλιγμένου μάγου προπάππου μου.
     Όταν περπατάω πάνω κάτω στο δωμάτιο μου και δεν μπορώ να στρωθώ στη δουλειά δεν είναι επειδή κάνω τέτοιου είδους όμορφες σκέψεις που έχουν το δικαίωμα με όσο το δυνατόν περισσότερη αναστολή και προαισθήματα ευτυχίας να αποτυπωθούν στο χαρτί αλλά επειδή ψάχνω ένα θύμα και δεν ξέρω ποιο. Αν αποφασίσω ένα απόγευμα να πάω στην πόλη να συναντήσω λίγους φίλους για να πιούμε ένα ποτό δεν είναι επειδή το τόξο δεν μπορεί να είναι συνέχεια τεντωμένο*, όχι, το τόξο συνεχίζει να είναι τεντωμένο και εγώ είμαι μαζί του για κυνήγι – αφού ποτέ δεν ξέρεις που και πότε θ' αφήσεις για άλλη μια φορά μια κατάκτηση. Κάθομαι ευχάριστα σε μια αναπαυτική πολυθρόνα; Μ' αρέσουν οι φανταχτερές μπλούζες; Δεν έχει τίποτα να κάνει με την καλαισθησία ή το savoir vivre**, αλλά τα πάντα με την ασφαλή περίφραξη της φωλιάς, και το παιχνίδι κάλυψης-απόκρυψης.
     Δεν έχω μοναδικές παραξενιές ή προτιμήσεις. Μόλις για λίγο φανταστώ ότι έχω μία, ανακαλύπτω γρήγορα ότι είναι και πάλι παράγωγο από τα τόσα πολλά κίνητρα των πιθήκων. Σε τέτοιες στιγμές, όταν δεν καταφέρνεις να ανακαλύψεις κάτι ανθρώπινο στον εαυτό σου, το κλάμα βρίσκεται πιο κοντά σου απ' ότι το γέλιο.

_________________________
 * [ΣτΜ] Έκφραση στα ολλανδικά που υπονοεί ότι ο άνθρωπος πρέπει να ξεσκάει κάθε πότε.
  **[ΣτΜ] (γαλ.) ο σωστός τρόπος καλής συμπεριφοράς, κυριολεκτικά το να ξέρεις να ζεις.

 

Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ

Ads Place 970 X 90

ΒΙΒΛΙΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΔΙΑΔΥΚΤΙΟΓΡΑΦΟΙ

ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΑ