ΠΡΟΣΦΑΤΑ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Μαΐου 2017



Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)






Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό ψωμί,

είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό,

ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι

έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,

όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος.

κι αυτή μ᾿ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε

κομμάτια γνήσιο ο υ ρ α ν ό

κι όλοι τώρα τρέχαν σ᾿ αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,

όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!

Ας μην το κρύβουμε.

Διψάμε για ουρανό.



(Από τη συλλογή Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο, 1958)

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Khalil Gibran (1883-1931)


Εγώ και ο άνθρωπος είμαστε ερωμένοι
Με λαχταρά και τον ποθώ, 
Αλλά δυστυχώς! Εμφανίστηκε ανάμεσά μας
Μία αντίζηλος που μας φέρνει δυστυχία.
Είναι σκληρή και απαιτητική,
Δεν κατέχει παρά μόνο κενό δέλεαρ.
Το όνομά της είναι Ύλη.
Μας ακολουθεί όπου κι αν πάμε
Και παραφυλά σαν σκοπός, φέρνοντας
Ανησυχία στον αγαπημένο μου.

Αναζητώ τον αγαπημένο μου στο δάσος
Κάτω από δέντρα, στις λίμνες.
Δεν μπορώ να τον βρω, γιατί η Ύλη
Τον αφάρπαξε στην θορυβώδη
Πόλη και τον τοποθέτησε στο θρόνο
που σείει μεταλλικά πλούτη.

Τον φωνάζω με τη φωνή της
Γνώσης και το τραγούδι της Σοφίας.
Δεν ακούει, γιατί η Ύλη
Τον ξελόγιασε μέσα στο κάτεργο 
Της ιδιοτέλειας, όπου κατοικεί η φιλαργυρία.


Τον αναζητώ στο χωράφι της Ικανοποίησης,
Αλλά είμαι μόνη, επειδή η αντίζηλος τον έχει
Φυλακίσει στην σπηλειά της λαιμαργίας
Και απληστίας, και τον κλείδωσε εκεί μέσα
Με οδυνηρές αλυσίδες χρυσού.

Τον καλώ το πρωινό, όταν η Φύση χαμογελά,
Αλλά δεν ακούει, γιατί η αφθονία έχει
βαρύνει τα ναρκωμένα μάτια του με αρρωστημένο ύπνο.


Τον παραπλανώ το βράδυ, όταν η Σιωπή βασιλεύει
Και τα λουλούδια κοιμούνται. Αλλά δεν αποκρίνεται,
Επειδή ο φόβος του για το αύριο και τι αυτό θα Φέρει,
σκοτεινιάζει τις σκέψεις του.

Λαχταρά να μ' αγαπήσει·
Με αποζητά στις πράξεις του. Αλλά
δε θα με βρει παρά μόνο στις πράξεις του Θεού.
Με ψάχνει στα οικοδομήματα της δόξας του
που οικοδόμησε πάνω στα κόκκαλα άλλων·
Μου ψυθιρίζει ανάμεσα από 
Τους σωρούς του με χρυσό και ασήμι·
 Αλλά θα με βρει μόνο αν έρθει στο
Σπιτικό της Απλότητας που ο Θεός έχτισε
Στην όχθη του ρυακιού της στοργής.

Επιθυμεί να με φιλήσει μπροστά στα θησαυροφυλάκιά του
Αλλά τα χείλη του δεν θα αγγίξουν ποτέ τα δικά μου παρά μόνο
Μπροστά στα πλούτη μιας αγνής αύρας.

  Μου ζητά να μοιραστώ μαζί του
τα αμύθητα πλούτη του, αλλά δεν θα λησμονήσω τα πλούτη
Του Θεού· δε θα γδυθώ το μανδύα της ομορφιάς.


Ψάχνει ως μέσο την απάτη· εγώ ψάχνω
μόνο το μέσο για την καρδιά του.
Μωλωπίζει την καρδιά του στο στενό κελί του·
 Θα πλούτιζα την καρδιά του με όλη μου την αγάπη.

Ο αγαπημένος μου έχει μάθει πως να ουρλιάζει και
Να κλαίει για τον εχθρό μου, την Ύλη· θα του 
Μάθαινα πως να χύνει δάκρυα στοργής
Και οίκτου από τα μάτια της ψυχής του
Για όλα τα πράγματα,
Και να βγάζει αναστεναγμούς ικανοποίησης μέσω
Αυτών των δακρύων.

Ο άνθρωπος είναι ο αγαπημένος μου·
Θέλω να του ανήκω.


Μετάφραση: Τρύφων Λιώτας
Από τη συλλογή ποιημάτων και διηγημάτων:  "Δάκρυα και Γέλιο"


Song Of Fortune

Man and I are sweethearts
He craves me and I long for him,
But alas! Between us has appeared
A rival who brings us misery.
She is cruel and demanding,
Possessing empty lure.
Her name is Substance.
She follows wherever we go
And watches like a sentinel, bringing
Restlessness to my lover.

I ask for my beloved in the forest,
Under the trees, by the lakes.
I cannot find him, for Substance
Has spirited him to the clamorous
City and placed him on the throne
Of quaking, metal riches.

I call for him with the voice of
Knowledge and the song of Wisdom.
He does not hearken, for Substance
Has enticed him into the dungeon
Of selfishness, where avarice dwells.

I seek him in the field of Contentment,
But I am alone, for my rival has
Imprisoned him in the cave of gluttony
And greed, and locked him there
With painful chains of gold.


I call to him at dawn, when Nature smiles,
But he does not hear, for excess has
Laden his drugged eyes with sick slumber. 

I beguile him at eventide, when Silence rules
And the flowers sleep. But he responds not,
For his fear over what the morrow will Bring,
shadows his thoughts. 

He yearns to love me;
He asks for me in this own acts. But he
Will find me not except in God's acts.
He seeks me in the edifices of his glory
Which he has built upon the bones of others;
He whispers to me from among
His heaps of gold and silver;
But he will find me only by coming to
The house of Simplicity which God has built
At the brink of the stream of affection. 

He desires to kiss me before his coffers,
But his lips will never touch mine except
In the richness of the pure breeze. 

He asks me to share with him his
Fabulous wealth, but I will not forsake God's
Fortune; I will not cast off my cloak of beauty.

He seeks deceit for medium; I seek only
The medium of his heart.
He bruises his heart in his narrow cell;
I would enrich his heart with all my love.

My beloved has learned how to shriek and
Cry for my enemy, Substance; I would
Teach him how to shed tears of affection
And mercy from the eyes of his soul
For all things,
And utter sighs of contentment through
Those tears.


Man is my sweetheart;
I want to belong to him. 

Τετάρτη 19 Απριλίου 2017



 Λουί Αραγκόν (1897 - 1982)

Ψιθυριστά 
Από τη συλλογή "Το μεγάλο Κέφι" - (La grande gaité, Gallimard, 1929.)

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που φτύνουν στη σούπα
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που άλλο δεν κάνουν απ’ το να μιλάν
Ή να χαμογελάν
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που γλείφουν τις σελίδες των βιβλίων
Με το πρόσχημα πως τις γυρνάν
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που συνέχεια με ρωτάν
Που έχω σκοπό να περάσω το βράδυ μου
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που κλάνουν
Ιδίως όσους κλάνουν διανοητικά
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που ζέχνουνε το σκόρδο
Τους βυρσοδέψες και τους μοναχούς
Τα φράγκα τα σκατά την προθυμία
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που παραπατούν κοιτώντας τις γυναίκες
Κάπως υπερβολικά επιδεικτικά
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους
Που υποκρίνονται πως νομοθετούν και κανονίζουν τη ζωή μου
Το χρόνο μου τα γούστα μου τα εκφραστικά μου λάθη
Που ενώ δεν τολμούν να κοροϊδέψουν την ακατάσχετη φλυαρία
Ενός κυρίου του κόσμου με ευγένεια
Βρίσκουν κακή ακόμα και την πιο ταπεινή
Από τις σκέψεις μου
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους σας λέω
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους
Γιατί είν’ ανυπόφορα περιορισμένοι και χαζοί
Γιατί γευματίζουν και δειπνούν σε προκαθορισμένες ώρες
Από τους γονείς τους γιατί πηγαίνουν στο θέατρο στο σχολείο
Στην επιθεώρηση της δεκάτης τετάρτης Ιουλίου
Γιατί παντρεύονται ταξιδεύουν για το μήνα του μέλιτος
Σπέρνουν νόμιμα παιδιά
Που θα καταχωρηθούν στο ληξιαρχείο την ορισμένη μέρα
Θα γίνουν στρατιώτες πουτάνες κατά παραγγελία
Δημόσιοι υπάλληλοι
Συνοδοί της ανάγκης στα πιο διαφορετικά σαλέ
Γιατί μόλις τελειώσουν όλα αυτά τα ξαναρχίζουν
Γιατί απ’ όλα τ’ ανεγκέφαλα αισθήματα
Το αίσθημα της οικογένειας δεν είναι μονάχα
Το πιο διαδεδομένο μα και το πιο
Αηδιαστικό και μπορώ να σε γαμώ μπορώ να σε χτυπώ
Και παρόλ’ αυτά να είναι τόσο ευγενικό εμπρός παιδιά
Δεν πα να λένε έπειτα
Σκαρώνουν πνευματώδη λόγια και φάρσες
Μαθαίνουν πότε χρειάζεται το παραμύθι πότε το κομπλιμέντο
Διότι όλοι αυτοί οι κουραμπιέδες
Όταν μου τη βιδώνει να μην κάνω τίποτα με τον τρόπο τους
Επιχειρηματολογούν κι εκπλήσσονται
Επειδή τους ξερνάω κατάμουτρα
Επειδή σηκώνω τους ώμους αδιάφορα
Μπροστά στους βόες των γυναικών τους
Στα στεφάνια των κανακάρηδων τους
Στα διαμερίσματα της μπάκας τους
Επειδή εγώ δεν τα ‘χω καλά με το δήμαρχο ούτε με την πατρίδα
Επειδή εγώ δεν κρύβω τον τρόμο που μου προκαλούν
Επειδή
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους


Ο Louis Aragon (Neuilly-sur-Seine 1897 – Paris 1982) παρά το γεγονός ότι συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους και πολυγραφότερους Γάλλους λογοτέχνες του 20ου αι., παρά το γεγονός ότι πρόκειται για έναν από τους πρωτεργάτες τόσο του νταντά όσο και του σουρεαλισμού (μαζί με τον André Breton και τον Philippe Soupault) ποτέ δεν βρήκε στην Ελλάδα τη θέση που του ανήκε. Κι αν δεν υπήρχαν τα άρθρα του για τον Ρίτσο, που για ορισμένους μάλιστα υπήρξαν μία από τις βασικότερες αιτίες για την παγκόσμια αναγνώριση του τελευταίου, ίσως πολλοί από τους μη γαλλόφωνους έλληνες αναγνώστες να μην άκουγαν ποτέ το όνομα του Aragon. Από το πλουσιότατο μυθιστορηματικό του έργο ελάχιστα σπαράγματα κυκλοφορούν στα ελληνικά. Σε ακόμη χειρότερη μοίρα βρίσκεται το επίσης πλουσιότατο ποιητικό του έργο: εάν εξαιρέσουμε το Le paysan de Paris (1926) (εάν δηλαδή το θεωρήσουμε ποίηση έστω και με μία ευρεία έννοια ή έστω συγκαταλέγοντας το σε εκείνο το γραμματειακό είδος που ο Jean-Yves Tadié ονόμασε récit poétique), η ελληνική βιβλιογραφία δεν γνωρίζει κανέναν άλλον τίτλο ποιητικού έργου του Aragon! Αυτό το κενό αποπειράται να καλύψει μερικώς η παρούσα δημοσίευση. Βέβαια, η δημοσίευση 5-10 ποιημάτων ενός συγγραφέα του οποίου τα ποιητικά άπαντα στην έκδοση της Πλειάδας καταλαμβάνουν δύο ογκωδέστατους τόμους δεν είναι παρά σταγόνα στον ωκεανό. Εντούτοις, αποτελεί ένα δειλό πρώτο βήμα και ίσως να αποτελέσει το εφαλτήριο για μία εκ νέου γνωριμία του ελληνικού αναγνωστικού κοινού με την ποίηση του Aragon. Τα ποιήματα που ανθολογούνται και μεταφράζονται προέρχονται από την πρώτη ποιητική περίοδο του συγγραφέα, δηλαδή την εξεγερμένη περίοδο του νταντά και του σουρεαλισμού, που τελειώνει στα 1930 με την ένταξη του Aragon στο Parti Communiste Français. Η ένταξη του Aragon στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, στο οποίο είχαν ήδη προσχωρήσει από το 1927 οι Breton και Éluard, θα σημάνει και την οριστική διάλυση και των τελευταίων κυττάρων του σουρεαλισμού και την ολοκλήρωση όχι μόνο μιας περιόδου του συγγραφέα, αλλά και μιας ολόκληρης περιόδου της γαλλικής λογοτεχνίας.
- Ζ. Δ. Αϊναλής  
Πηγή: Βακχικόν

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017






«Βουβοί»

Τώρα δεν μιλάμε για πολιτική
Μας πήραν την λαλιά
 
οι αρπακτικοί.
Τώρα εμείς βουβοί
πληρώνουμε.
Τα κερατιάτικα
Τα γαμισιάτικα.
Ας είναι και μπαγιάτικα.
Γιατί μωρέ γιατί;
γίναμε μαλθακοί;


«Παίζουμε»
 
Παίζουμε;
Η ζωή είναι ένα παιδικό παιγνίδι.
Ας πούμε σαν το¨ “μονόπωλη.”
Ο άνθρωπος σαν δρομέας
ανωμάλου δρόμου.
Θα παλέψουμε μέχρι θανάτου
Θα ξεσκιστούμε.
Θα φάμε τις σάρκες μας.
Θα γίνουμε σαν κανίβαλοι.
Θα χάσουμε κάθε ίχνος ανθρωπιάς.
Όποιος επιβιώσει θα
ονομαστεί¨ “νικητής”
Θα του δώσουν βραβείο.
Ίσως η πολιτεία να τον τιμήσει
με ονομασίες οδών και πλατειών.
Παιγνίδι είναι αυτό.
Ο νικητής τα παίρνει όλα.
Ο χαμένος τίποτα.


«Ο σταυρωμένος»
 
Δεν πιστεύω σε θρησκείες κύριε.
Οι άνθρωποι ….
Με προδίδουν με φτύνουν.
με σταυρώνουν καθημερινά.
Δεν προσπαθώ να σώσω κανένα κύριε.
Τον εαυτόν μου θέλω
να γνωρίσω να βοηθήσω.
Όλες οι εξουσίες όμως μου ρίχνονται
να με κατασπαράξουν.
Αντιστέκομαι κύριε….

Πηγή: Ατέχνως

Πέμπτη 23 Μαρτίου 2017




Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933)



Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς,
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.

Στης Ελευσίνος και στης Φθίας τα παλάτια
η Δήμητρα κ’ η Θέτις αρχινούν έργα καλά
μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνόν. Aλλά
πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια
του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη,
και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται κ’ επεμβαίνει. 

[Από τα αναγνωρισμένα, 1900 - 1901]

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017






Από το "Υπό ξένην σημαία" - Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

Ι. Συναντήσαμε τους δρόμους αυτούς προς δυσμάς της εφηβείας

Συναντήσαμε τοὺς δρόμους αὐτοὺς πρὸς δυσμὰς τῆς ἐφηβείας
ὅταν ἡ μάχη εἶχε κριθεῖ χωρὶς νὰ χάσουμε σταγόνα αἷμα
ἕτοιμο ἤδη μᾶς περίμενε τὸ φέρετρο καὶ τ' ὁλοκαίνουριο κοστούμι
ἡ χειραψία τοῦ προϊστάμενου κι ὁ τελευταῖος ἀσπασμὸς τῶν φίλων
- τίποτα δὲν ἀλλάζει πιὰ μέσα σὲ τοῦτο τὸ τοπίο
ἠλεκτρικὸ νεκροταφεῖο μ' εὐτυχισμένους νεκροὺς κουρδισμένα τραγούδια
τίποτα δὲν ἀλλάζει πιὰ
ἀποστηθίσαμε τὴ ζωή μας εὔκολο μάθημα
ξέρουμε ποὺ ἀρχίζει ποὺ τελειώνει
(ἄμμος χωμένη μὲς στὰ νύχια νὰ σὲ πονάει ξαφνικὰ σὰ φῶς ποὺ σὲ ξυπνάει τὴ νύχτα
ριπὲς ἀνέμου μὲς στὸ ἀκίνητο αἷμα, φάντασμα σημαίας λυγμὸς παλιοῦ χαρτιοῦ μὲς στὸ συρτάρι
λόγια ἐνὸς ρήτορα παράκαιρου φύλλα ξερὰ μέσα σὲ πάρκα ποὺ λησμόνησαν τὴν ἄνοιξη)
Ἀποστηθίσαμε τὴ ζωή μας, μελάνι καὶ χαρτὶ
μελάνι καὶ χαρτὶ
- μιὰ ἠχὼ καλοκαιριοῦ μέσα σὲ δέκα κούφια χρόνια

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017





Κώστας Βάρναλης –Ελεύθερος Κόσμος

Μέρος 1ο
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Γράφε, Ιστορία, τα ψέματά σου αράδα
και βλόγα το Φονιά, βρίζε το θύμα!
Κι Αρετή, των δρομάκων σουσουράδα,
τον κάθε σωματέμπορά σου τίμα.

Και συ, Νόμε, των άνομων ασπίδα,
σαν τη μαϊμού από κλώνο σ' άλλον πήδα
κι απ' την κορφή με την ουρά κρεμάσου,
να μη γλέπει ο Λαός τα πισινά σου.

Λεφτεριά της χανάκας και του ξύλου,
σφιχτόδενε τ' αξύπνητο χαϊβάνι.
Και συ, ρηγάτο του Κενού, τ' αψήλου
κάμνε το σκλάβο ρήγα, άμα πεθάνει!

Και συ, τσούλα των δήμιων, Επιστήμη,
της Αλήθειας εσχάτη τεφροδόχα,
και συ, πρόστυχη Πένα και ψοφίμι,
του βούρκου λιβανίζετε την μπόχα!

Και συ, Πατριώτη Αγνέ, τη μάσκα φόρα
κι απ' τ' αδέρφια σου, αραδαριά μπροστά σου,
διάλεγε, Γιούδα πάντοτες και τώρα,
για τον ξένο Μολώχ τα θύματά σου.

Αθάνατη και θεία και πεμπτουσία
του βούρκου, χαίρε ώ! χαίρε Προδοσία!...
Φως το χέρι, το πόδι προχωρεί
στον κάμπο κι ό,τι θέλει το μπορεί!...

Κατάγυμνη χορέβει (όλα της φόρα!)
στον τάφο σου, Πατρίδα! Φαλλοφόρα
τουρλώνεται κι ουρλιάζ': «Είναι δικός μου
αφτός ο βούρκος του Ελευθέρου Κόσμου».

Σάββατο 4 Μαρτίου 2017


Ν. Καρούζος (1926-1990)


Θεραπευτική Αγωγή

Ο χρόνος είναι γενικός.
Δεν μπορούμε να εντοπίζουμε τα οράματα.
Δεν μπορούμε να μοιράζουμε αστραπές
απ’ τα κλωστήρια τ’ ουρανού με δόσεις.
Ένα σκαθάρι το στοχαζόμαστε απέριττα
η πιο μεγάλη ώρα της ζωής υπάρχει σαν τις άλλες...
Δεν πάει μια βδομάδα που έβλεπα
δυο μουλάρια στην ύπαιθρο
να ξεραίνουν το θάνατο στη ράχη τους.
Ο χρόνος είναι κοροϊδευτικός.
Είναι αμέτοχος σαν τα περίπτερα στην κίνηση.

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017


(Κ.Καβάφης 1863 - 1933)



Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.


Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

 
Κώστας Ουράνης (1890 - 1953)



Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,

τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,

κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια:

το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!



Τι; Πάλι να γυρίσουμε στη βαρετήν Ιθάκη

στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας

και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης

ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;



Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τι θά' ναι

και να μη νιώθουμε καμιά λαχτάρα να ανατείλει,

πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς που μαραζώνουν

και πέφτουν σάπιοι καταγής να μοιάζουν τα όνειρά μας;



H τόλμη αφού μας έλειψε (και θα μας λείπει πάντα!)

να βγούμε, μόνοι, απ' τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη,

κι ελεύτεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,

τους αγνώστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους,



μ' ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα

και την ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,

τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα

το παίγνιο να γίνουμε των άγριων κυμάτων



κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν

τα κύματα στης θάλασσας τα σκοτεινά τα βάθη,

μια και μπορούν, στη φόρα τους, να μας σηκώσουν τόσο

ψηλά-που με το μέτωπο ν' αγγίξουμε τ' αστέρια!...

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

 
William Ernest Henley (1849 -1903)



Ανίκητος: Η απόρθητη

Από τη νύχτα που με καλύπτει,
Μαύρη σαν λάκκος από πόλο ως πόλο,
Ευχαριστώ οτιδήποτε θεούς μπορεί να υπάρχουν
Για την απόρθητη ψυχή μου.

Μέσα στη σκληρή λαβή των περιστάσεων
Δε δείλιασα ούτε ούρλιαξα,
Κάτω από τα ρόπαλα της τύχης
Το κεφάλι μου μάτωσε αλλά δεν έσκυψε.

Πέρα από αυτό το μέρος της οργής και των δακρύων 
Δεν υφαίνεται παρά η φρίκη της σκιάς,
Και όμως η απειλή των χρόνων
Με βρίσκει, και θα με βρει, χωρίς φόβο.

Δεν έχει σημασία πόσο στενή είναι η πύλη,
Πόσο φορτωμένη με τιμωρίες η περγαμηνή,
Είμαι ο κύριος της μοίρας μου:
Είμαι ο καπετάνιος της ψυχής μου.

Μετάφραση: Τρύφων Λιώτας
____________
[Στμ. Το ποίημα γράφτηκε λίγο μετά τον αναγκαστικό ακρωτηριασμό του ποδιού του ποιητή.]

Invictus: The Unconquerable

Out of the night that covers me,
      Black as the Pit from pole to pole,
I thank whatever gods may be
      For my unconquerable soul.

In the fell clutch of circumstance
      I have not winced nor cried aloud,
Under the bludgeonings of chance
      My head is bloody, but unbowed.

Beyond this place of wrath and tears
      Looms but the horror of the shade,
And yet the menace of the years
      Finds, and shall find me, unafraid.

It matters not how strait the gate,
      How charged with punishments the scroll,
I am the master of my fate:
      I am the captain of my soul.

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016


 

 William Shakespeare (1564 - 1616)


Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή,
Και όλοι οι άνδρες και οι γυναίκες απλά ηθοποιοί. 
Έχουν τις εξόδους τους και τις εισόδους τους, 
Και ένας άνθρωπος στο χρόνο του παίζει πολλούς ρόλους, 
οι πράξεις του είναι επτά ηλικιών.  
Στην αρχή, το βρέφος, 
Κλαψουρίζει και ξερνά στην αγκαλιά της νοσοκόμας. 
Στη συνέχεια, ο γκρινιάρης μαθητής, με την σάκα του 
Και το λαμπερό πρωινό του πρόσωπο, σέρνεται σαν σαλιγκάρι 
Απρόθυμα στο σχολείο. Και τότε ο εραστής, 
Αναστενάζοντας σαν καμίνι, με μια θλιβερή μπαλάντα 
Φτιαγμένη για τα φρύδια της ερωμένης του.  
Στη συνέχεια, ένας στρατιώτης, 
Γεμάτος από περίεργους όρκους και γενειοφόρος, όπως ο πάρδος*, 
Ζηλιάρης για τιμή, ξαφνικός και γρήγορος στον καυγά, 
Αναζητώντας τη φούσκα της φήμης 
Ακόμη και στο στόμιο του κανονιού. Και τότε η δικαιοσύνη, 
Με καλοσχηματισμένη στρογγυλή κοιλιά γεμισμένη με εκλεκτό καπόνι**, 
Με μάτια αυστηρά και με γενειάδα επίσημα κουρεμένη, 
Γεμάτη σοφές εμπειρίες και μοντέρνα παραδείγματα. 
Και έτσι παίζει το ρόλο του. Στην έκτη ηλικία αλλάζει  
Στον λιγνό και με παντόφλες παλιάτσο, 
Με τα γυαλιά στη μύτη και θήκη παραδίπλα 
νεανικές κάλτσες, φρεσκοξυρισμένος, ένας κόσμος πολύ μεγάλος 
Για τα συρρικνωμένα πόδια του, και τη δυνατή ανδροπρεπή φωνή του, 
Γυρίζοντας πάλι προς τα παιδαριώδη πρίμα, σωλήνες 
Και σφυρίχτρες στον ήχο του. Τελευταία απ' όλες τις σκηνές, 
Που τελειώνει αυτήν την παράξενη περιπετειώδη ιστορία, 
 Είναι δεύτερη παιδικότητα και απλή λήθη, 
Χωρίς τα δόντια, χωρίς μάτια, χωρίς γεύση, χωρίς τα πάντα.

____________________________________________________ 
Από το As you Like It (Όπως σας Αρέσει), Πράξη ΙΙ, Σκηνή VII. Μονόλογος του Jaques στον Duke Senior.

* [Στμ. Pard πρόκειται για μεσαιωνικό μυθολογικό ζώο με την ρίζα της λέξης να προέρχεται από το αρχ. ελληνικό πάρδος (πάνθηρας, λεοπάρδαλη)]
** [Στμ. είναι ο ευνουχισμένος σε νεαρή ηλικία κόκορας με σκοπό να γίνει πιο τρυφερό το κρέας του.]

Μετάφραση: Τρύφων Λιώτας. 

All The World's A Stage

All the world's a stage,
And all the men and women merely players;
They have their exits and their entrances,
And one man in his time plays many parts,
His acts being seven ages. At first, the infant,
Mewling and puking in the nurse's arms.
Then the whining schoolboy, with his satchel
And shining morning face, creeping like snail
Unwillingly to school. And then the lover,
Sighing like furnace, with a woeful ballad
Made to his mistress' eyebrow. Then a soldier,
Full of strange oaths and bearded like the pard,
Jealous in honor, sudden and quick in quarrel,
Seeking the bubble reputation
Even in the cannon's mouth. And then the justice,
In fair round belly with good capon lined,
With eyes severe and beard of formal cut,
Full of wise saws and modern instances;
And so he plays his part. The sixth age shifts
Into the lean and slippered pantaloon,
With spectacles on nose and pouch on side;
His youthful hose, well saved, a world too wide
For his shrunk shank, and his big manly voice,
Turning again toward childish treble, pipes
And whistles in his sound. Last scene of all,
That ends this strange eventful history,
Is second childishness and mere oblivion,
Sans teeth, sans eyes, sans taste, sans everything.