ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Άγχος επιστολών




     Το να πρέπει να γράψω μια επιστολή με ακινητοποιεί. Όσο κι αν, έτσι νευρικός που είμαι, όλη την ημέρα πρέπει να είμαι απασχολημένος με μικρές και μακροσκελείς επιστολές, για να ενημερώσω πότε τον ένα για την κατάσταση του βαρομέτρου και πότε τον άλλο για την κατάσταση της διάθεσής μου, στην πραγματικότητα είναι έτσι που και μόνο η σκέψη ότι πρέπει να γράψεις κάτι τέτοιο σε μορφή επιστολής, με τον σ' αυτά αρμόζων πρόλογο, καλλιγραφία και τρόπους αποχαιρετισμού, είναι ικανή να με καταδικάσει στο να μην κάνω τίποτα.

     Ενώ στην πραγματικότητα ευχαρίστως θα ήθελα να είμαι ένας από τους καλύτερους επιστολογράφους. Αμέτρητα είναι τα γράμματα που είχα την πρόθεση να γράψω, πάμπολλες οι αλληλογραφίες που ονειρεύτηκα. Υπάρχουν στιγμές που είμαι εντελώς πεπεισμένος ότι θα τα καταφέρω να γράψω ένα. Νιώθω ότι στέκομαι στην άκρη κάτι πολύ όμορφου, έχω την απάντηση νούμερο τέσσερα και την γνωστοποίηση νούμερο πέντε ήδη στο μυαλό μου, το στυλό μου τρέμει γεμάτο προσδοκία – και τότε, μόλις πριν γραφτεί η ημερομηνία, ο καρπός πέφτει προς τα κάτω χωρίς δυνάμεις: ο χωματοσωρός απ' το λαγούμι του τυφλοπόντικα της χαρούμενης πρόθεσης έχει γίνει μια ακατάκτητη κορυφή των Ιμαλαίων. Το νούμερο τέσσερα και το νούμερο πέντε είναι πανεύκολα, αλλά πως ξεκινώ το νούμερο ένα;

     Σε λίγο.

     Ό,τι διατηρείς γίνεται στο κάτω κάτω μόνο καλύτερο. Ό,τι μπορεί να γίνει τώρα, μπορεί να γίνει και αύριο. Μα το “σε λίγο” το ακολουθεί ένα νέο “σε λίγο”, το αύριο ένα νέο αύριο. Η εξοργιστική διαδικασία της από αναβολή σε αναβολή έχει ξεκινήσει. Οι προθέσεις σου περνάνε αστραπιαία από το κεφάλι σου, ίσως όχι περισσότερο από ένα δευτερόλεπτο, αλλά σ' όλα αυτά τα δευτερόλεπτα πανικού μαζωμένα θα μπορούσες να είχες γράψει το γράμμα χίλιες φορές.

     Δεν είναι η τεμπελιά. Χρειάζεται μόνο να καθίσω, λίγο να μην τα παρατήσω και σ' ένα τέταρτο θα έχω τελειώσει μια δουλειά που θα μου κόστιζε, ανεξήγητα, πολλά τέταρτα. Τέταρτα τύψεων και ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Χρειάζεται – φαντάζομαι – μόνο να κρατήσω την ανάσα μου και θα έχω φτάσει ήδη στην υπογραφή, τίποτα δεν μοιάζει πιο εύκολο, σε μια τέτοια στιγμή, απ' το να γράψω αυτήν την επιστολή, κι όμως το χαρτί σπρώχνεται απαράλλακτο στην άκρη, επειδή μπορεί το ίδιο εύκολα να γραφτεί σε λίγο ή αύριο. Ή μεθαύριο.

     Τις πιο ακατάλληλες στιγμές μου χαμογελά πλατιά ο σωρός επιστολών που πρέπει να απαντηθούν, ειδικά τα πιο επείγοντα που βρίσκονται πάνω πάνω και δεν περνάει μέρα που να μην είμαι, χωρίς ν' αλληλογραφώ, απασχολημένος με την αλληλογραφία μου. Τους λέω νοερά τη σκέψη μου τι θα τους γράψω, συνομιλώ μαζί τους, οι επιστολές μου γίνονται όλο και πιο όμορφες και πλούσιες, μόνο που δεν φτάνουν ποτέ στο σημείο να γραφτούν.

     Η επιθυμία μου να απαντήσω σε κάποιον μ' έναν αρμόζοντα και όμορφο τρόπο και η ανικανοποίητη διάθεση μου για αλληλογραφία είναι τόσο μεγάλες που έχω όλη την υπομονή του κόσμου. Οι επιστολές στο σωρό γίνονται ενός μήνα, δύο μηνών. Ακόμα και μισό χρόνο μετά, ένα χρόνο μετά, είμαι ακόμα απασχολημένος με το να τις απαντώ. Ακόμη με ξεγελώ με τη σκέψη ότι τις έλαβα μόλις χθες και σήμερα πραγματικά θα ξεκινήσω.

     Πρέπει να παρέλθουν σίγουρα δύο ημερολογιακά έτη προτού τρομάξω από την ημερομηνία πάνω στην αναπάντητη αλληλογραφία. Μόλις τότε αποφασίζω να πετάξω αυτά τα μπιζέλια[1] μαζικά σ' ένα κουτί παπουτσιών κάτω από το στρώμα μου.

     Και να καλυτερεύσω τη ζωή μου. Το στήθος μου φουσκώνει και εγώ χαμογελώ και λαμποκοπώ, διότι από δω και στο εξής θα φροντίζω την ίδια κιόλας μέρα να τακτοποιώ όλη την εισερχόμενη αλληλογραφία. Υπάρχει τίποτα πιο απλό; Αλλά κοίτα: έχει δημιουργηθεί ήδη ένας δεύτερος σωρός. Το μαρτύριο του άγχους των επιστολών έχει ξαναρχίσει.

     Όσο κι αν προσπαθούσα να με πείσω, όσο παλιό κι αν ήταν εντωμεταξύ το γράμμα, ότι μόλις χθες πήρα την απόφαση αναβολής, κι όσο κι αν έκανα βεβιασμένα ό,τι καλύτερο μπορούσα για να υποβαθμίσω κάθε χρονική διάρκεια, αυτά έπαιζαν σίγουρα ένα ρόλο.

     Επειδή μετά από ένα διάστημα καταλαβαίνεις ότι πρέπει να ξεκινήσεις κάθε γράμμα με μια απολογία – γιατί έχει διαρκέσει τόσο και γιατί δεν μπορούσες νωρίτερα κτλ. Αν αυτό τον πρόλογο τον στριφογυρίσεις αρκετά στο μυαλό σου αλλάζει από μόνος του όψη– γίνεται τότε μια συνταγή στην οποία εξηγείς ότι θα έπρεπε ουσιαστικά να δικαιολογηθείς γιατί διήρκεσε τόσο πολύ και γιατί δεν μπορούσες νωρίτερα, κτλ., και ότι καλύτερα να άφηνες αυτές τις ανοησίες για να έρθεις στο θέμα.

     Σ' ένα τρίτο στάδιο η έκταση της χρονικής διάρκειας έχει γίνει τόσο επίπονη που θα πρέπει να διαθέσεις ολόκληρη την επιστολή για τις συγγνώμες σου. Επειδή αυτό είναι άκομψο αναπτύσσεται μια νέα εκδοχή: συνοψίζεις, πριν μπεις στο θέμα, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζεις στο γράψιμο μιας επιστολής, εν ολίγοις, όλα τα παραπάνω εν συντομία. Μέσω του χρόνου που ξανά παρήλθε με αυτές τις προθέσεις έχει γίνει το γράμμα τόσο παλιό ώστε έχεις εντελώς παραιτηθεί από το γράψιμο μιας απάντησης. Οι στροφές στις οποίες έπρεπε να πιεστείς έγιναν τόσο δαιδαλώδεις που μόνο με το κόλπο της εξαφάνισης μπορείς να δραπετεύσεις.

     Το άσχημο είναι ότι αυτό συμβαίνει κυρίως με τις επιστολές που θα προτιμούσα περισσότερο να γράψω. Μια σύντομη, γρήγορη επαγγελματική επιστολή την καταφέρνω ακόμη, αλλά στους πιο αγαπητούς μου φίλους πρέπει να διαθέσω χρόνο. Δεν θέλω ποτέ να τους γράψω κάτι λιγότερο από το γράμμα της ζωής μου. Κατά κανόνα βάζω τα γράμματά τους στην άκρη διότι αύριο θα έχω περισσότερο καιρό, θα είμαι καλύτερα προδιατεθειμένος και επειδή σίγουρα θα κατανοήσουν ότι δεν θέλω απλά να φλυαρήσω. Το να γράψεις στους φίλους σου εξαρτάται από τ' αστέρια και την έμπνευση. Αλλά την επόμενη μέρα με κοροϊδεύει ο Κρόνος και γελά μαζί μου ο Δίας. Και η έμπνευση δεν λέει να έρθει. Μόνο η ντροπή γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη.

     Απελπισμένος, και σιωπηλός, υποθέτεις ότι οι τόσο παραμελημένοι φίλοι της αλληλογραφίας σου θα είναι ακόμα οι ίδιοι φίλοι όταν τους ξανασυναντήσεις στη ζωή. Πράγμα που ευτυχώς ισχύει πάντα.

     Και πράγμα που οι προθέσεις σου, ώστε εφεξής ν' απαντάς σίγουρα εγκαίρως, το κάνουν δυσκολότερο. Και ο προαναφερθείς κύκλος πιο επίπονο.


[1] [ΣτΜ] ενόχληση: αναφορά στο παραμύθι όπου η αληθινή πριγκίπισσα δεν μπόρεσε να ευχαριστηθεί τον ύπνο της επειδή είχαν βάλει ένα μπιζέλι κάτω από είκοσι στρώματα στο κρεββάτι της.

Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δημοσίευση σχολίου