ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Φαντασία θανάτου




     Δεν ξέρω πώς θα πεθάνω. Έχω δει κάποιον να πεθαίνει στην είσοδο του σπιτιού του, πάνω στο πέτρινο πάτωμα. Αν πεθάνω στην είσοδο του σπιτιού μου, πάνω στο πέτρινο πάτωμα, δεν θα μ' ακούσει κανείς. Θα είναι για λεπτά, ποιος ξέρει ίσως για ώρες, που θα συναντήσω με ολέθριο τρόπο τον εαυτό μου, θ' ακούσω την ίδια μου την ανάσα. Ποτέ δεν θα είμαι τόσο μόνος και δεν θα έχω κανέναν που θα μπορέσει να το διηγηθεί.
     Έχω δει κάποιον να πεθαίνει στο νερό. Στο αμυδρό πρωινό φως επέπλεε πάνω στο κανάλι με λίγα χλωμά εξογκώματα στο πρησμένο μπαλόνι, που κάποτε ήταν η κοιλιά του. Αν πεθάνω στο νερό, θα γίνει το δέρμα μου πορώδες και κάτασπρο σαν λευκό βαμβάκι και από την κοιλιά μου, που θα 'χει πιει σε σημείο κορεσμού, οι άνθρωποι θ' αποστρέφουν το βλέμμα τους.
     Έχω δει κάποιον να πεθαίνει στην πυρά. Ήταν σε μια ταινία για άνω των δεκαοκτώ. Το δέρμα του τσουρουφλιζόταν και το κεφάλι του καιγόταν σαν πυρσός. Αν πεθάνω σε μια ταινία για άνω των δεκαοκτώ πάνω σε μια πυρά, δεν θα κάθεται κανένας επισκέπτης κινηματογράφου στη σειρά μπροστά μου, πίσω από την πλάτη του οποίου θα μπορώ να κρυφτώ για να γλιτώσω το θέαμα. Γλώσσες που ρέουν θα κάνουν το δέρμα μου να κατσαρώνει και το κεφάλι μου θα εκραγεί με μια ξερή έκρηξη σαν ένα ψημένο κάστανο.
     Έχω δει κάποιον να πεθαίνει σ' ένα τσιγκέλι. Τα τελευταία λεπτά από αυτό που ορισμένοι αποκαλούν θαύμα της ζωής και το πολυτιμότερο δώρο του Θεού κρέμεται από εκεί, μέσα σε σπασμούς σαν ένα κτήνος. Αν πεθάνω πάνω στο τσιγκέλι, τα πόδια μου θα τινάζονται και θα τρέμουν μέσα σ' ένα σιντριβάνι αίματος. Ένας βάτραχος που τον διαπερνά ρεύμα. Μια κραυγή, που διαρκεί μια αιωνιότητα, θα βγει χωρίς ήχο και για λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο, από το λάρυγγά μου. Κανένας για να μ' ακούσει.
     Έχω δει σε βιβλία ιστορίας και σε ντοκιμαντέρ πραγματικών γεγονότων τόσους πολλούς να πεθαίνουν στα χαρακώματα, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, σε δωμάτια βασανιστηρίων, στα συρματοπλέγματα. Όλοι ήταν μόνοι τους. Κανένας απ’ αυτούς δεν λάτρεψε τη ζωή που είχε τόσο μάταια και βεβιασμένα γαντζωθεί, περισσότερο από ένα κουρέλι, μια σημαία, ένα άνοστο αστείο. Αν πεθάνω σ' ένα πόλεμο θα είμαι πιο τιποτένιος από τον καθένα, διότι ο πόλεμος είναι μεγάλος. Θα ακούσω, μόνος, την τελευταία μου ανάσα, γιατί αυτό που μετρά για τον κόσμο, τότε, είναι μόνο ο συναρπαστικός, άγριος ανεμοστρόβιλος της συλλογικής ευτυχίας.
     Έχω δει κάποιον που πέθανε μέσα σε αεροπλάνο. Σ' ένα λιβάδι ήταν το πόδι του, μ' ένα κουρέλι από το παντελόνι του ακόμη πάνω του. Αν πεθάνω σ' ένα αεροπλάνο θα μετατραπώ σε μη αναγνωρίσιμα κομμάτια, κάποιοι θα βάλουν τα χέρια μου δίπλα σ' ένα ξένο κορμό σώματος, και οι ασφαλιστικές εταιρίες θα κινήσουν δικαστικές διαμάχες γύρω από το μέγεθος του παντελονιού μου. Ευτυχώς που δεν θα μπορώ να τις ακούσω.
     Έχω δει κάποιον να πεθαίνει από ανίατη ασθένεια. Το δέρμα του, κάποτε αγαπημένο μου, είχε καλυφθεί από κηλίδες και φλύκταινες. Εδώ και εκεί έμοιαζε σαν στους μικρούς κρατήρες κάτι να έβραζε και να ανάβρυζε. Μιλούσε για την ανάγκη του θανάτου του όπως ένας τοκογλύφος μιλά για τους οφειλέτες του, με μια νηφαλιότητα που έσκιζε την ψυχή. Αν θα πεθάνω από μια ανίατη ασθένεια, θα έχω δει τη σάρκα που με περικλείει σαν ένα δύσοσμο κομμάτι κρέατος, ακριβώς κάτω από τα μάτια μου, και θα μιλώ για τη ζωή όπως κάποιος που ζει ακόμα σε αφθονία μιλά για την ευτυχία: άπληστα και μεθυσμένα. Ασυλλόγιστα.
     Ας μην μ' ακούσει κανένας όταν πεθάνω. Έχω μόνο μια επιθυμία. Ξέρω ότι αυτή είναι σε optima forma[1] αστική, αλλά ας εισακουστεί για όσο ζω: Άφησέ με, Κύριε, να πεθάνω στον ύπνο μου, σ' ένα κρεββάτι από πούπουλα χήνας, αναπάντεχα, ως υγιής εκατοντάχρονος και σε πλήρη περίοδο ειρήνης.



[1] [ΣτΜ] optima forma (λατ.), στην καλύτερη μορφή της


Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δημοσίευση σχολίου