ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Ωδή στη μοναξιά


 

(Alexander Pope 21.5.1688 - 30.5.1744)


Ευτυχισμένος ο άνθρωπος του οποίου η επιθυμία και η φροντίδα
περιορίζεται σε λίγα πατρικά στρέμματα,
ικανοποιημένος που αναπνέει τον ντόπιο αέρα
στη δική του γη.

Που τα ζώα του με γάλα, που τα χωράφια του με ψωμί,
που τα κοπάδια του με ενδύματα τον προμηθεύουν,
που τα δέντρα του το καλοκαίρι του προσφέρουν σκιά,
και το χειμώνα φωτιά.

Μακάριοι! Που μπορούν αμέριμνα να βλέπουν
ώρες, μέρες και χρόνια γλυκά να κυλάνε 
με υγεία στο σώμα και γαλήνη στο μυαλό,
Ήσυχα την ημέρα,

Βαθύ ύπνο το βράδυ· μελέτη και άνεση
μαζί αναμεμειγμένες· γλυκιά ψυχαγωγία,
και αθωότητα, που ευχαριστεί πιο πολύ,
με στοχασμό.

Έτσι επιτρέψτε μου να ζήσω, αόρατος, άγνωστος·
Έτσι άκλαυτος επιτρέψτε μου να πεθάνω·
Κλεφτά από τον κόσμο, και ούτε μια πέτρα
να πει που κείτομαι. 


Μετάφραση: Τρύφων Λιώτας



Ode to Solitude

Happy the man, whose wish and care
A few paternal acres bound,
Content to breathe his native air,
In his own ground.

Whose heards with milk, whose fields with bread,
Whose flocks supply him with attire,
Whose trees in summer yield him shade,
In winter fire.

Blest! who can unconcern'dly find
Hours, days, and years slide soft away,
In health of body, peace of mind,
Quiet by day,

Sound sleep by night; study and ease
Together mix'd; sweet recreation,
And innocence, which most does please,
With meditation.

Thus let me live, unseen, unknown;
Thus unlamented let me dye;
Steal from the world, and not a stone
Tell where I lye.
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δημοσίευση σχολίου