ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Η ασθένεια της φαγούρας




     Η ασθένεια της φαγούρας είναι μια σοβαρή, σχεδόν ανυπόφορη πάθηση η οποία προκαλείται από κάτι ασήμαντο. Η πηγή είναι για το μάτι σχεδόν αόρατη ή, όπως σ' αυτήν την περίπτωση, μη αναγνωρίσιμη για το αυτί – κι όμως φροντίζει αυτός ο τιποτένιος θόρυβος, αυτό το αόριστο γρύλισμα σ' αυτήν την πηγή για μια σωματική αδιαθεσία που ούτε μια ομοβροντία κανονιών των διακοσίων ντεσιμπέλ μπορεί να προκαλέσει. Σε κάποιον άλλον προκαλεί λίγη σκόνη ή ένας κόκκος άμμου αδιαθεσία και εξανθήματα στο δέρμα, για εμένα είναι το μουσικό υπόβαθρο το οποίο οδηγεί στην τρομακτική ασθένεια της φαγούρας.
     Σε τρένα, ταξί, αεροπλάνα και σαλόνια ξενοδοχείων, σε ταχυδρομεία και ιατρικές αίθουσες αναμονής δε μοιάζει να υπάρχει έξοδος διαφυγής. Ακόμα και σε ασανσέρ, τουαλέτες, παντού υπάρχει αυτός ο παραγόμενος βόμβος, το μουζάκ*,  το οποίο κάνει τις φλέβες των ματιών σου κατακόκκινες και εσένα ικανό ν' αρπάξεις από το λαιμό τον πρώτο τυχόντα που θα συναντήσεις – μόνο και μόνο για να κατευνάσεις αυτήν την πλήξη της οργιαστικής, εξωφρενικής και ακατανίκητης φαγούρας που σιγά σιγά πήρε διαστάσεις θυέλλης δώδεκα μποφόρ. Για να μπορέσεις να ξαναβρείς την ησυχία σου.
     Είμαι ένας σε μεγάλο βαθμό ήρεμος, συγκρατημένος άνθρωπος, αλλά αυτή η μουσική που δεν είναι μουσική κάνει βαθιά μέσα μου κάποια νεύρα που δεν ήξερα ότι είχα, να εκραγούν. Η ασθένεια της φαγούρας ξεσπά κάθε φορά που ξαναρχίζει στο βάθος να βουίζει και να συρίζει και παραπονιάρικα να τυμπανίζει, σαν μια δεύτερη φύση μέσα μου· και γνωρίζω αρκετούς άλλους εξαιρετικά ήρεμους και συγκρατημένους ανθρώπους οι οποίοι σαν βράχος αντέχουν το μαστίγωμα των κυμάτων, την τρέλα των πεδίων μαχών, το πάφλασμα των ωκεανών και τα ουρλιαχτά της ύαινας αλλά σ' ένα χώρο όπου το μουσικό υπόβαθρο βουίζει μόλις και μετά βίας μπορούν να κρατηθούν μακριά από δολοφονικές ενέργειες και μανία καταστροφής.
     Η ασθένεια της φαγούρας αρχίζει εκεί που ένας λίγο φλεγματικός δεν θα έδινε δεκάρα. Είναι πολύ για ν' αντέξουν χιλιάδες ατσάλινα νεύρα. Δεν καταρρέεις απλά απ' αυτή, αρχίζεις να μυρίζεις το αίμα.
     Έχω ακούσει ότι το μουζάκ βοηθά τις κότες να παράγουν περισσότερα αβγά και τις αγελάδες περισσότερο γάλα. Έτσι γνωρίζουμε ακριβώς τι είδους εικόνα έχουν για εμάς γιατροί, εστιάτορες, ξενοδόχοι και αυτοί που έχουν την ανώτατη εξουσία πάνω σε δημόσια κτήρια παροχών: την εικόνα χρήσιμων κατοικίδιων, ενός πελάτη που πρέπει να αρμεχτεί. Αλλά δεν είναι αυτή η προσβολή που κάνει την καλοσύνη να γίνει φρενίτιδα. Είναι αυτό το βουητό, ή καλύτερα αυτός ο παραπονιάρικος μακρόσυρτος θόρυβος – που είναι η προσβολή της μουσικής.
     Υπάρχει επίσης πολύ, πρέπει να παραδεχτώ, η πάρα πολύ δυνατή μουσική. Δεν χρειάζεται να επισκεφτείς γι' αυτό μια ντισκοτέκ για να έχεις το συναίσθημα, μέσω των επαναλαμβανόμενων μηχανικών ήχων οι οποίοι εκεί περνιούνται για υψηλές αρμονίες, ότι είσαι ένας τρίχινος σάκος όπου μέσα του τραντάζονται όλα τα κόκαλά του. Την ίδια αίσθηση έχεις στο δρόμο όταν περνάς από ένα εργοτάξιο όπου η εργατιά με τη βοήθεια ενός τρανζίστορ γεμίζει το άδειο κρανίο – η ψευδοβιταμίνη του εργάτη – ή όταν ανοίγεις απλά στο σπίτι σου ένα τυχαίο ραδιοφωνικό πρόγραμμα.
     Αυτά δεν μπορούν να μ' ενοχλήσουν. Υπάρχει ελάχιστη ποικιλία σ' αυτού του είδους τη μουσική, έχεις την αίσθηση ότι τα έχεις ξανακούσει παλαιότερα, αν και δεν θα μπορούσες να ξέρεις που, ενώ και τους στίχους είναι συχνά επώδυνο να τους βρεις. Αλλά διατηρεί τον εργάτη χαζό και τη νεολαία μακριά από τους δρόμους, επομένως πραγματικά εναντίον δεν μπορείς να είσαι. Καμιά φορά πετυχαίνω να συγκινηθώ επώδυνα, ω ναι, όταν βλέπω σαραντάρηδες, φοβισμένους μήπως και φθαρθεί η αντίκα, ακόμα έξαλλους ενώ χοροπηδώ μαζί τους σε τέτοιες ντίσκο απλών ρυθμών, φτιαγμένων από και για πιτσιρίκια, αλλά παραμένει για μια στιγμή ντροπιαστικό.
     Οι σαραντάχρονοι θέλουν πάντα να ζωντανέψουν από κάτι. Ένα συνθεσάιζερ μου μοιάζει λιγότερο άσχημο από μια ένεση στους αδένες.
     Εν ολίγοις, έχω κάνει ειρήνη μ' αυτό το θόρυβο. Μπορώ να περπατήσω σε μια παραλία ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους με γουόκμαν στα κεφάλια τους – ένας Θεός ξέρει πόσο μεγάλος είναι ο δείκτης διαρροής απ' όλα αυτά τα ακουστικά – χωρίς να χάσω την ηρεμία μου.
     Μόνο η μουσική που δεν παίζεται για τον εαυτό της μου φέρνει φαγούρα. Αυτοί οι μπλεγμένοι ήχοι του μουζάκ γίνονται ολοένα και πιο παγκόσμιοι. Στα λουτρά ξενοδοχείων. Στα κουπέ των βαγονιών. Σε αναβατήρες πίστας σκι. Το μικρότερο δωμάτιο πρέπει να βουίζει μαζί με το μεγάλο βούισμα.
     Η μουσική πρέπει να βιώνεται, όχι να προσφέρεται, διάβασα κάπου πρόσφατα. Και έτσι είναι. Όποιος αγαπά τη μουσική, για όποιον η μουσική είναι ιερή – θα βιώσει αυτήν την πανταχού παρούσα ένεση σε επίπεδο ψιθυρίσματος ως βλασφημία. Είναι πολύ κουραστικό γι' αυτόν όπως και για τον πιστό ο οποίος πρέπει να βασίσει την πίστη του σε ένα καθ' υπόδειγμα Θεό.
     Δεν θα μπορούσα να ξέρω οι οργανωτές όλων αυτών ποιους νομίζουν ότι διασκεδάζουν με τη στακτή βρύση των ήχων τους – εκτός από το Γραφείο για τα Δικαιώματα των Μουσικών. Ίσως να υποθέτουν ότι έχει μια ηρεμιστική επίδραση στο κοινό τους. Νομίζω ότι είναι πιο πιθανό ο ιός της ασθένειας της φαγούρας, προς το παρόν ακόμα κρυμμένος κάτω από τα δέρματα, και που αργά ή γρήγορα θα ξεσπάσει με όλη τη σφοδρότητά του – θα φροντίσει σ' όλη την επικράτεια της παγκόσμιας εστίασης για σπασμένα ποτήρια, αιματοβαμμένους τοίχους και νεκρούς διαχειριστές.


* [ΣτΜ] (αγγ.) ηχογραφημένη ελαφριά μουσική η οποία παίζεται από μεγάφωνα σε δημόσια μέρη. Προήλθε από τον Αμερικάνο G. Squire το 1934, από τον συνδυασμό των λέξεων music και kodak.

Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δημοσίευση σχολίου