ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Απάθεια



     Μόνο όταν δεν είσαι κουρασμένος μπορείς να ισχυρισθείς κάτι για την κούραση ή να στοχαστείς πάνω σ’ αυτή. Την κοιτάς πάντα απ’ έξω. Δεν είναι ποτέ δυνατόν από κάποιον ψόφιο στην κούραση – είτε είναι κάποιος άλλος είτε εσύ ο ίδιος – να μάθεις ακριβώς αν η κούραση είναι μια ευχάριστη ή δυσάρεστη κατάσταση. Ή κάτι ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο. Είναι ένα μαρτύριο του Τάνταλου. Γιατί μόλις βρεθείς σε κατάσταση να γράψεις μία λέξη για την κούραση δεν είσαι πια κουρασμένος. Η αίσθηση σου έχει γίνει ξένη και σου ξεγλίστρησε. Τότε είναι δυνατές μόνον οι προσεγγίσεις, οι μνήμες – όλες πλαστές. Η κούραση έχει κάτι το ελκυστικά μυστηριώδες: εξαιτίας αυτού είμαστε όλοι ψόφιοι στην κούραση.
     Τώρα που τόσα άλλα μυστήρια έχουν χάσει την ελκυστικότητά τους φτιάχνουμε απ’ την κούραση μας μια λατρεία. Αυτό που παλαιότερα ήταν από κοινωνικής απόψεως αξιοκαταφρόνητο – ένας τεμπέλης δεν φέρνει ψωμί στο τραπέζι – έχει γίνει ένα κοινωνικά αποδεκτό χόμπι. Ο καθένας είναι παντού και πάντα εξαντλημένος. Όλα κουράζουν τους πάντες. Σκουντουφλάμε κυριολεκτικά πάνω σε σκούφους ύπνου και σ’ αυτούς που χασμουριούνται. Η κούραση έχει γίνει το τούνελ διαφυγής μιας κοινωνίας που δεν έχει κάτι άλλο να πει. Γιατί τι άλλο ακόμη μπορείς να πεις για την κατάσταση στην οποία είσαι συνεχώς βυθισμένος; Πως μπορείς να την αναλύσεις περαιτέρω; Αυτήν την κατάσταση δεν μπορεί να γίνει γνωστή. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται κόπωση.
     Τι κάνεις όταν είσαι πραγματικά πολύ κουρασμένος; Σκέφτομαι – δεν είναι επομένως παρά ένας συλλογισμός εκ των υστέρων – ότι κάθεσαι και περιμένεις ωσότου δεν είσαι πια κουρασμένος. Θα μπορούσες εκείνη τη στιγμή να πάρεις κάτι απ’ αυτά που σου έρχονται αν ήσουν λιγότερο κουρασμένος αλλά σου λείπει το νόημα του. Κάτι εξωτερικό θα έπρεπε να σε βγάλει από το λήθαργό σου.
     Δόξα τω Θεώ που είσαι τόσο κουρασμένος που δεν μπορεί να σε πιάσει κρίση πανικού για εκείνη τη στιγμή που μάταια καμιά φορά περιμένεις και που ‘κάτι απ’ έξω’ θα μπορούσε να περιμένει! Ο ύπνος είναι ο μικρός θάνατος.
     Μερικές φορές δεν μπορείς ούτε να κοιμηθείς λόγω της κούρασης. Η κούραση σου σε παίρνει υπό τον απόλυτο έλεγχό της. Αργότερα καταλαβαίνεις ότι ήσουν διαβολικά ενεργός σ’ ένα σημείο: στο σημείο της κοπώσεως σου. Σπασμοί θανάτου ήταν, μια κατάσταση μειωμένης συνείδησης ανάμεσα στον ύπνο και στην εγρήγορση. Αντίσταση και αδυναμία ταυτόχρονα. Καμιά διαύγεια, κανένα σκοτάδι, αλλά και τα δύο μαζί. Ένας χωρίς αίσθηση πόνος.
     Καμιά δύναμη στον κόσμο, όσο δυνατή κι αν είναι, δεν μπορεί να μας σώσει από την κούραση -  μόνο μια απαλή μυρωδιά, ένα άγγιγμα, ένας ήχος. Ούτε ο Θεός ούτε μια ομοζυγία αλόγων μπορούν να μας τραβήξουν έξω από την απάθεια μας – μόνο ψιλοπράγματα μπορούν να μας ξυπνήσουν τελείως. Αλλά οι οσμές και οι ήχοι είναι σπανιότεροι από τη δύναμη, τα ψιλοπράγματα πιο αόρατα απ’ το Θεό.
     Είμαστε επομένως που και που, και χωρίς να μπορούμε να εξασκήσουμε εκεί κάποια επιρροή, τελείως ξυπνητοί. Σ’ αυτήν την κατάσταση, απ’ την ονειροπόληση του θαύματος της κούρασής μας, κουραζόμαστε τόσο πολύ που ξαναπέφτουμε από μόνοι μας για έναν υπνάκο. Δεν υπάρχουν πια πρίγκηπες για να μας ξυπνήσουν μ’ ένα φιλί, ο βάτραχος μέσα μας είναι πολύ αδύναμος. Κοιτάξτε πώς ο κόσμος μας που υπνοβατεί, χωρίς να έχει συνείδηση του εαυτού του, παραπατά στον μεγάλο θάνατο.
     Θα μπορούσε μια καλύτερη χρήση, μια τεχνητή παράταση στις στιγμές της διαύγειας μας να φέρει αποτέλεσμα; Θα αντιμετωπίζαμε λιγότερο απερίσκεπτα τις δυνατότητες μας αν δεν διαθέταμε ένα τόσο εντυπωσιακό μερίδιο των ενδοσκοπικών ενεργειών μας, ανάμεσα σε δύο χειμέριες νάρκες, για το φαινόμενο της χειμέριας νάρκης μας; Ή θα είχε έρθει ήδη προ πολλού το τέλος μας αν δεν κουραζόμασταν στην ώρα μας;
     Μου είναι πολύ κοπιαστικό να εμβαθύνω σ’ αυτό.

Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δημοσίευση σχολίου