ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Κοινοτοπία





     Ό,τι θεωρείται ως μνημειώδες ή παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα θεϊκής έμπνευσης έχει μερικές φορές μια εντελώς κοινότοπη προέλευση.
     Ο δημιουργός, ο ποιητής στερεί σχεδόν το ανθρώπινο από τον εαυτό του για να μοιάσει περισσότερο με Θεό, μουρμουρίζει λόγια ιερέα για τη μυθική αξία του έργου του, για τον τόπο αυτό στην εσπερία, ρίχνει μέσα ιερογλυφικά, παραδόσεις και ποιος ξέρει τι άλλο εναντίον τους, ενώ η ποίησή του δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας άσχημης δυσκοιλιότητας. Ένας πολιτικός βγάζει λόγο για την αξιοπρέπεια και τις αξίες που κάνουν την ανθρωπότητα να εξυψώνεται πάνω από τον εαυτό της, για την ανύψωση, κυρίως, της αποστολής που του ανατέθηκε προσωπικά, για την ακεραιότητα, ήθη και ποιος ξέρει τι άλλο, ενώ εξόκειλε στην πολιτική μόνο και μόνο επειδή ο πατέρας του ήταν φύλακας στη Βουλή. Πολλές μεγάλες πράξεις και έργα τού χωρίς φτερά δίποδου, που ονομάζεται άνθρωπος, είναι συνέπεια μιας κακοσμίας του στόματος ή ενός αποτυχημένου γάμου.
     Το κυριακάτικο πανωφόρι και το αστραφτερό στεφάνι έρχονται αργότερα. Το αποτέλεσμα αποδίδεται στον άνθρωπο ως ένας προορισμός της μοίρας ή ένα ανώτερο χάρισμα, πολύ σοβαρό και αψεγάδιαστο. Ο ίδιος ο Θεός, εντωμεταξύ, κάνει ταχυδακτυλουργίες με μια κόκκινο-κίτρινη-παρδαλή μπάλα πάνω σ΄ ένα σύννεφο, αφήνοντας ευχαριστημένος να πέφτουν τα σάλια του πάνω στη γενειάδα του. Δεν έχει ανάγκη όλη αυτή την υγιεινή και την αυτο-εξύψωση. Αφήνει ένα ρέψιμο και ακούει ότι είναι καλό.
     Γιατί είναι μερικοί ποιητές τόσο πομπώδεις; Σαν νέος με φανταζόμουν ως τον τελευταίο ποιητή του κόσμου. Τίποτα λιγότερο. Η ποίηση με πίεζε σαν ένα αναπόφευκτο μέσο, γι’ αυτό έπρεπε να την κάνω – ώστε ν’ αξίζω τον τίτλο του τελευταίου ποιητή – αγνώριστη. Θα έγραφα τον τελευταίο στοίχο πάνω στη γη και στη συνέχεια θα τον άφηνα – εννοείται, παρουσία όλων – με πολλά πυροτεχνήματα και χτύπους ρολογιών να εκραγεί. Αυτό θα ήταν ο θάνατος και η αποθέωση της ποίησης και δεν θα έπεφτε, λόγω του ήχου της τελειωτικής έκρηξης, στην αντίληψη κανενός. Δεν έπρεπε παρά να ξεκινήσω νωρίτερα με λίγες τοπικές εκρήξεις. Με λίγο μικρότερα πυροτεχνήματα. Έτσι συλλογιζόμουν.
     Ευτυχώς αυτή η αλαζονεία πέρασε γρήγορα – έμαθα να ζω με αυτές τις διαθέσεις που δεν σήμαιναν τίποτα, μ’ αυτήν την ασήμαντη φιλοδοξία και με όλους αυτούς τις αφορμές που κάνουν κάποιον ερασιτέχνη να γράψει. Έμαθα ακόμα να ζω με την ευχάριστη καθημερινότητα της απόλαυσης,  ότι τόσοι πολλοί ποιητές είναι ένας αποτροπιασμός. Με ηλίθιες ρίμες, ποιήματα που προσβάλουν, τεχνάσματα της γλώσσας, χριστουγεννιάτικη ποίηση του κώλου, σημειώσεις, παρωδίες, παραλογισμούς και παιδιάστικα καμώματα – όλα αυτά που θα μπορούσες να ταξινομήσεις στο κεφάλαιο διασκεδάσεις - δεν τους αναγνώριζα κανένα μικρότερο μέρος από το σαν γουργουρητό τραγούδι αγάπης ή τη ριψοκίνδυνη μεταφορά.
     Αν δεν ήταν για τη γλυκύτητα του χρήματος πιθανότατα δεν θα είχα γράψει ποτέ ούτε ένα στίχο. Καλά, ίσως πέντε στίχους, μια σελίδα. Υπήρχε ήδη αρκετό χαρτί τυπωμένο, και μ’ αυτές τις χιλιάδες ιδιοφυΐες που ήταν καθημερινά απασχολημένοι με το να δημιουργούν αριστουργήματα, δεν μπορούσα να βρω διέξοδο.
     Τι διαρκή μάχη πρέπει να δίνουμε με την κοινοτοπία για να μπορέσουμε να απελευθερωθούμε απ’ το κοινότοπο μέσα μας! Η κοινοτοπία για μένα ήταν όχι ο βιοπορισμός αλλά ακριβώς η εξύψωση του εαυτού, όχι η απόλαυση αλλά η υπερβολική δόση για δημιουργική βαρύτητα. Δεν γνωρίζουμε γιατί το ένα ποίημα είναι πετυχημένο και το άλλο όχι. Προτιμώ να το αναζητώ σε μια δύσκολη αφόδευση παρά στην έμπνευση. Είναι η ίδια η κοινοτοπία που είναι το θαύμα. Αυτοί οι  πέντε στίχοι, αυτή η μια σελίδα που ήθελα να γράψω, και που πράγματι έγραψα, δεν θα έρχονταν ποτέ χωρίς την τόσο απλή λαχτάρα για δεκάρες.

Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ. 

« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δημοσίευση σχολίου