ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Ιλαρότητα

 




     Λυπάμαι που δεν μπορώ να δώσω μια καλύτερη εικόνα αλλά από την έννοια της ευθυμίας δεν καταλαβαίνω ούτε το συμφιλιωτικό χαμόγελο – σε ηρεμία της ψυχής χαρισμένη από τον κήπο, τον ήλιο και το χελιδόνι – ούτε το κόκκινο του δυνατού γέλιου και το χτύπημα των γονάτων απ' την καλή επιλογή ενός ανεκδότου κάποιου χρωματιστού απογεύματος. Η ευθυμία δεν σημαίνει για εμένα την απελευθέρωση από την υποχρεωτική πίεση της ύπαρξης ή, απλά, τον τονισμό των πιο ευχάριστων πλευρών της ζωής. Κρατώ μια κοινότυπη μορφή της ιλαρότητας, με κυριότερες τις ιδιότητες ότι δεν έρχεται από πουθενά, δεν αφορά τίποτα και δεν με οδηγεί πουθενά. Φοβάμαι ότι απ' όλους τους οργισμένους και τους κατά της οργής προσκείμενους χυμούς μου, αυτός είναι ο μοναχικότερος.

     Όταν οι άνθρωποι κάθονται παρέα και οι κωδωνοκρουσίες γέλιου δεν έχουν κοπάσει από όλα τα ορεκτικά που πετάχτηκαν στον αέρα, τότε δεν θα με δείτε να γελάω μαζί τους. Ακόμα και σ' ένα πραγματικά πετυχημένο αστείο ή την αναφορά μιας κατάστασης που σύμφωνα με τ' αυστηρότερα θεωρητικά κριτήρια πρέπει να είναι τρελά κωμική, μου είναι κοπιαστικό να ασκήσω πίεση για μια ενθουσιώδη στάση μ' ένα τράβηγμα του προσώπου ή με μια ρυτίδα εδώ και εκεί. Δεν θέλεις να χαλάσεις και το παιχνίδι. Αλλά δεν το κάνεις με την καρδιά σου. Ακόμη κι όταν κυριαρχεί μια λιγότερο θορυβώδης διάθεση – μια υψηλότερη ευθυμία την οποία ο κόσμος συνήθως υποδεικνύει ως ευτυχία – είναι η διαστολή της κόρης των ματιών μου τεχνητή. Μια απομίμηση ευθυμίας. Υπαινιγμός.

     Κι όμως είμαι συχνά εύθυμος. Ντρέπομαι λίγο γι' αυτήν την ιδιαίτερη μορφή ευθυμίας. Δεν ξέρω τι να κάνω μ' αυτήν.

     Είναι τόσο αυτόνομη, κάπως ακοινώνητη, τόσο... πως να το εξηγήσω; Περισσότερο κάτι που στέκεται στη γωνία και χαχανίζει. Ξεπηδά από τη γωνία με τα κάρβουνα, βάζει τον σύρτη στην πόρτα και είναι πολύ χαρούμενη. Βγαίνει έρποντας κάτω από το κρεββάτι, τραβά τα πόδια σου προς το στομάχι σου και σε βάζει να χλιμιντρίζεις για τρία τέταρτα της ώρας. Πάει και κάθεται πίσω απ' την πλάτη κάποιου, ανάβει απ’ ένα τσιγάρο στα δυο αυτιά σου και μετά κάνει αστραπιαία μια πιρουέτα. Κάτι τέτοιο. Δεν είναι τόσο η ευθυμία της αναψοκοκκινισμένης παπαρούνας όσο και της παλαβής γλαδιόλας.

     Με το πιο σοβαρό μου πρόσωπο εμφανίζομαι μέσα απ' τη γωνία με τα κάρβουνα, κρύβομαι έρποντας πάλι κάτω απ' το κρεββάτι με τα μάτια σαν να έψαχνα με μεγάλο κόπο για ένα κουμπί και αν αυτός πίσω απ' του οποίου την πλάτη μόλις βίωσα μια στιγμή αμέτρητης χαράς γυρίσει, θα με δει να ατενίζω μελαγχολικά και φιλοσοφικά ένα μέρος κάπου μακριά. Προς το οποίο αξιοπρεπώς βαδίζω.

     Περνάω πολύ καλύτερα, μου φαίνεται, από πολλούς που είναι γνωστό ότι γελάνε εύκολα. Ως εορτάζων είμαι ένα απαίσιο μέλος του κοπαδιού βοοειδών που ονομάζεται ανθρωπότητα, ως ήλιος στο σπίτι[1] δύσκολα μπορείς να σκεφτείς οικονομικότερο μάτι υγραερίου, αλλά η μοναχική μου ιλαρότητα είναι έντονη και συχνή. Μια ιλαρότητα που δεν προσπαθεί καθόλου να διώξει τις ανησυχίες, να προσδώσει ιαματική χρησιμότητα ή ανάγκη στη χαλάρωση. Είναι χωρίς σημασία, ολοκληρωτική και με κατακλύζει με ευτυχία: αλλά αποκλειστικά στο αόρατο μέρος της ζωής μου.

     Είμαι ο άγνωστος στρατιώτης των ψυχών χωρίς ανησυχίες.

     Είδα κάποτε μια ταινία όπου μια ευσεβής καλόγρια σ' έναν αγροτικό δρόμο όπου περπατούσε χωρίς κανείς να την κοιτά, ξαφνικά πέταξε στον αέρα την εκκλησιαστική φούστα της και σαν ένας άγριος άρχισε να χορεύει καν-καν. Το κοινό στον κινηματογράφο αλάλαξε. Ξανά ήμουν ο μοναδικός που δεν γέλασε. Αλλά αυτή τη φορά ένιωσα σαν παγιδευμένος.

 






[1] [ΣτΜ] Παλιά σατυρική σειρά στην ολλανδική τηλεόραση όπου ο κεντρικός ήρωας ήταν ο αιώνια γκρινιάρης.


Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δημοσίευση σχολίου