ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Ανάμνηση





     Το λυπηρό είναι ότι, όσο περνούν τα χρόνια, γίνεσαι ένας όλο και μεγαλύτερος σάκος γεμάτος άχρηστες αναμνήσεις. Άλλοι διατηρούν τις αναμνήσεις τους σαν κάτι πολύτιμο και δεν κάνουν τίποτα τόσο ευχάριστα και πειναλέα όσο να πλήττουν την ακοή τους με την αναπόλησή τους.
     Θα προτιμούσα εν πάση περιπτώσει να υπήρχε ένα μέρος, μια γωνιά στο μυαλό μας που θα ήταν επιφορτισμένη με την καταστροφή αρχείων. Με ευχαρίστηση θα τοποθετούσα εκεί όλων των ειδών τις αναμνήσεις ώστε να τις εξαφανίσω μια και καλή. Όχι ιδιαιτέρως τις δυσάρεστες – όχι, όλες αυτές και εκείνες τις άχρωμες και άοσμες οι οποίες σιγά σιγά στοιβάζονται γεμίζοντας το χώρο και οι οποίες σε κατάλληλες ή ακατάλληλες στιγμές αναδύονται, όλες αυτές οι εικόνες χωρίς ίχνος γεύσης οι οποίες με το έτσι θέλω συνεχίζουν να καταλαμβάνουν το διαθέσιμο χώρο ώστε εσύ ξαφνικά, ενώ μόλις έχεις περιέλθει σε μια απαστράπτουσα διάθεση, να σε κάνουν κατάκοπο και ανόρεχτο, όλα αυτά τα συσσωματώματα ασημαντοτήτων τα οποία στις πιο τυχαίες στιγμές ξεπηδάνε από το χρόνιο ληθαργικό ύπνο τους για να βρωμίσουν τον αμφιβληστροειδή της μνήμης σου.
     Παλαιότερα νόμιζα ότι ήταν ωραίο να έχεις πολλές αναμνήσεις ώστε να μπορείς να γυρνάς και να τις ξαναβλέπεις. Δεν είναι καθόλου ωραίο. Κατανοείς μόνο πόσο αμετάκλητες, σπάνιες και μη επαναλήψιμες είναι οι καλύτερες στιγμές τους. Αν έχεις τουλάχιστον την ευκαιρία – επειδή είσαι ήδη σχεδόν μισοπνιγμένος σε μια θάλασσα από φορτικές ασημαντότητες, επίμονες και ομοιόμορφες.
     Μάταια προσπαθείς να θυμηθείς το πρόσωπο κάποιου που συμπαθούσες, μάταια επίσης βάζεις τα δυνατά σου να εντοπίσεις τι εκείνον τον καιρό, σε μια σημαντική απόφαση, σε εμψύχωνε και πως ένιωθες όταν συνάντησες αυτόν ή εκείνον – αλλά άξαφνα και χωρίς καμιά προσπάθεια από μέρους σου, στη θέση αυτών προβάλλεται, χωρίς να μπορείς να την εμποδίσεις, μια επιλογή από ψεύτικες μορφές και εκτρώματα του πιο στερημένου σε νόημα κράματος: ένα αστραφτερό πλακάκι σ' ένα δρόμο μια μέρα όπου το πιο αξιοσημείωτο ήταν μια ψιλή βροχή, ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στις Αρδέννες (τι έκανες αλήθεια εκεί;), ένα χαμένο μπρελόκ, έναν κύριο που στρίβει στη γωνία. Ένα ψίχουλο πάνω σ' ένα ανώνυμο μουστάκι, μια μάσκα βυθού. Έναν καιόμενο ακανθώδη θάμνο. Από ποιον, πότε, για που; Τι προηγήθηκε, τι ακολούθησε; Δεν θα μπορούσες να το γνωρίζεις. Είναι εικόνες, χωρίς συνοχή, οι οποίες ξεκουραζόντουσαν σε μια μεγάλη δεξαμενή, αποκόμματα του χρόνου.
     Τις σέρνεις μαζί σου και σε σέρνουν μαζί τους. Ποτέ δεν χάνεις καμία, έρχονται μόνο καινούργιες να προστεθούν. Μπορεί να μοιάζουν να έχουν χαθεί για ένα διάστημα, αλλά δεν ξεθωριάζουν ποτέ.
     Όσο περισσότερο τις σέρνεις μαζί σου, τόσο πιο κατανοητές γίνονται. Η σημασία τους μπορεί να είναι εντελώς μηδαμινής αξίας, χωρίς να έχουν ιδέα για το ρόλο που ίσως παίζουν στη ζωή σου, αλλά οι τροχιές τους γίνονται διαρκώς πιο ευδιάκριτες. Η εικόνα τους αποκτά σίγουρα μια όλο και πιο διαπεραστική οσμή, ένα όλο και πιο ζωντανό χρώμα.
     Επειδή εκτός από την έλλειψη ιεραρχίας την οποία, όσο περισσότερο γερνάς, αντιλαμβάνεσαι όλο και πιο αποκρουστικά, συναντάς ακόμη μια περίεργη όψη της μνήμης σου: το γεγονός ότι οι παλιότερες αναμνήσεις είναι και οι πιο καθαρές. Όσο πιο πίσω γυρνάς στο χρόνο τόσο πιο φρέσκια μοιάζει η εικόνα. Ενώ με δυσκολία είσαι σε θέση να διατηρήσεις ξεχωριστά τα γεγονότα της προηγούμενης βδομάδας, και ενώ μια κοινή ανάμνηση, ας πούμε, ένα χρόνο πριν, την οποία σου ξαναθύμισε μια γνωριμία σου, μοιάζει να την έχεις ξεχάσει εντελώς, μπορείς έτσι εύκολα να ανακατασκευάσεις μια ολόκληρη περίοδο από τα χρόνια που πήγαινες στο δημοτικό, συμπεριλαμβανομένων ήχων, μυρωδιών και ονομάτων, και στέκεται μια εικόνα μπρος στο πνεύμα σου, από τα πρώτα παιδικά σου χρόνια, τρισδιάστατη και με στερεοφωνικό ήχο.
     Το χθες μοιάζει μια αιωνιότητα παλιό, και τα προϊστορικά σου χρόνια χθεσινά. Αν πρόκειται για κάτι πριν ένα μήνα ψάχνεις ψύλλο στ' άχυρα, είναι όλα εντελώς μπερδεμένα, αλλά τα παιδικά σου χρόνια τα εμφανίζεις μέσα από το μανίκι σου, χωρίς να καταλάβει κανένας τίποτα. Τα πράγματα που θυμάμαι από το πέμπτο έτος της ηλικίας μου είναι ήδη πολύ λιγότερο θολά, από αυτά του δέκατου, αλλά ακόμα πιο καθαρά βλέπω μπροστά μου αυτά του τρίτου. Αυτά από το δεύτερο: κοφτερά σαν μαχαίρι. Εντυπώσεις μου από το πρώτο έτος μπορώ να περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες από αυτά του 1968 ή του 1978. Βλέπω τα νεύρα στα φύλλα, ακούω το φύσημα ενός ανεμιστήρα. Τα σεντόνια τρίζουν γύρω από το μικρό μου σώμα. Μυρίζω το Reckitt's Blauw[1]. Το μακρινότερο παρελθόν είναι το καθαρότερο.
     Και όσο γερνάμε τόσο ακόμα πιο μακρινό παρελθόν αποκτάμε. Τόσο ακόμα περισσότερες αναμνήσεις θυμόμαστε.
     Έτσι υποφέρουμε όλο και πιο βαθιά από ασήμαντες ξινίλες του πνεύματος του πρόσφατου παρελθόντος και από ζωντανές εικόνες ενός παρελθόντος όταν ήμασταν ακόμη ασήμαντοι. Δεν θα γίνει πιο ευχάριστο. Διαρκώς σπρώχνονται ανάμεσα στις εικόνες της σκέψης μας, τέτοιες καρτ-ποστάλ ή ξεπηδά ξαφνικά ένα ξωτικό ανάμεσα στις προσπάθειες μας να σκεφτούμε λογικά. Αν γεράσεις αρκετά οι αναμνήσεις σε τρελαίνουν από μόνες τους: στριφογυρίζουν τόσα πολλά επίπονα, ακριβή οράματα από τον παράδεισο και τόσο πολλοί μπερδεμένοι καπνοί από πιο πρόσφατους καιόμενους λόφους σκουπιδιών μέσα στους δαίδαλους των εγκεφαλικών νευρώνων σου που η γλώσσα, το ξεχωριστό σου συνδετικό μέσο, πετρώνει και σ' αφήνει αβοήθητο. Μετά μπερδεμένα λόγια και, δόξα τω Θεώ, ο τάφος.
     Η ανάμνηση είναι μια τιμωρία με μαστίγιο. Είναι λάθος να νομίζουμε ότι μπορούμε να ανασύρουμε ελεύθερα από τη μνήμη μας. Η μνήμη μάς κάνει τουναντίον ακυβέρνητους και μάς σαμαρώνει με αυτό που δε θέλουμε – από τη μια με πάρα πολύ ευτυχία και από την άλλη με πάρα πολλή ασημαντότητα. Ασήμαντοι δεν θέλουμε να είμαστε, ευτυχείς δεν μπορούμε να είμαστε – έτσι είναι η ανάμνηση πάντα ενοχλητική.
     Κι όμως αυτός ο επισκέπτης δεν μας αφήνει λεπτό σε ησυχία. Χωρίς να χτυπήσει εισέρχεται ως στα μεγαλοπρεπή ησυχαστήρια μας και βρωμίζει το πατάκι, γράφει στους τοίχους και στα τζάμια μας, για τόσο διάστημα ώστε αυτό που θα απομείνει να είναι ένας σάπιος, βρώμικος, ανθυγιεινός σωρός ακαθαρσιών.
     Η απώλεια μνήμης μου μοιάζει σχεδόν τόσο όμορφη σαν το θάνατο ενός τυράννου ή τον πρώτο λαχνό του λαϊκού.






[1] [ΣτΜ] Παλιά μάρκα απορρυπαντικού.






Μετάφραση από τα Ολλανδικά: Τρύφων Λιώτας
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
« PREV
NEXT »

1 σχόλιο

  1. Διαβασα ένα ποιημα για τις αναμνήσεις..
    ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΑ

    Όλο γυρνώ νοσταλγικά
    και αντικρίζω στα παλιά
    φωτογραφεία,
    τις αναμνήσεις που γερνούν,
    κάποιες αγάπες που περνούν
    στην ιστορία.

    Στα τζάμια έπλυνε η βροχή
    μια περασμένη εποχή
    και την ντουμπλάρει,
    με ένα σύγχρονο σκοπό,
    σ’ ένα ξέφρενο ρυθμό
    μα δίχως χάρη.

    Ο προβολέας στη γωνιά
    δείχνει στον χρόνο που περνά
    τις διαφορές μας.
    Προδίνει τόσα μυστικά
    και δείχνει βασανιστικά
    τις διαδρομές μας.

    Περνούν αλύπητα οι καιροί,
    μένουν αβάστακτα σκληρή
    και μας θυμώνουν.
    Γιατί πληγώνουν τις καρδιές,
    μας κλέβουν τις μικροχαρές
    και μας σκοτώνουν.

    Γι’ αυτό γυρνώ τις γειτονιές
    κι όλο ξεχνιέμαι στις παλιές
    φωτογραφίες,
    μπροστά στις πόζες μιας στιγμής,
    στη ζήτηση μιας αφορμής
    για ιστορίες.

    Γιώργος Νικολάου

    ΑπάντησηΔιαγραφή