ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

All The World's A Stage


 

 William Shakespeare (1564 - 1616)


Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή,
Και όλοι οι άνδρες και οι γυναίκες απλά ηθοποιοί. 
Έχουν τις εξόδους τους και τις εισόδους τους, 
Και ένας άνθρωπος στο χρόνο του παίζει πολλούς ρόλους, 
οι πράξεις του είναι επτά ηλικιών.  
Στην αρχή, το βρέφος, 
Κλαψουρίζει και ξερνά στην αγκαλιά της νοσοκόμας. 
Στη συνέχεια, ο γκρινιάρης μαθητής, με την σάκα του 
Και το λαμπερό πρωινό του πρόσωπο, σέρνεται σαν σαλιγκάρι 
Απρόθυμα στο σχολείο. Και τότε ο εραστής, 
Αναστενάζοντας σαν καμίνι, με μια θλιβερή μπαλάντα 
Φτιαγμένη για τα φρύδια της ερωμένης του.  
Στη συνέχεια, ένας στρατιώτης, 
Γεμάτος από περίεργους όρκους και γενειοφόρος, όπως ο πάρδος*, 
Ζηλιάρης για τιμή, ξαφνικός και γρήγορος στον καυγά, 
Αναζητώντας τη φούσκα της φήμης 
Ακόμη και στο στόμιο του κανονιού. Και τότε η δικαιοσύνη, 
Με καλοσχηματισμένη στρογγυλή κοιλιά γεμισμένη με εκλεκτό καπόνι**, 
Με μάτια αυστηρά και με γενειάδα επίσημα κουρεμένη, 
Γεμάτη σοφές εμπειρίες και μοντέρνα παραδείγματα. 
Και έτσι παίζει το ρόλο του. Στην έκτη ηλικία αλλάζει  
Στον λιγνό και με παντόφλες παλιάτσο, 
Με τα γυαλιά στη μύτη και θήκη παραδίπλα 
νεανικές κάλτσες, φρεσκοξυρισμένος, ένας κόσμος πολύ μεγάλος 
Για τα συρρικνωμένα πόδια του, και τη δυνατή ανδροπρεπή φωνή του, 
Γυρίζοντας πάλι προς τα παιδαριώδη πρίμα, σωλήνες 
Και σφυρίχτρες στον ήχο του. Τελευταία απ' όλες τις σκηνές, 
Που τελειώνει αυτήν την παράξενη περιπετειώδη ιστορία, 
 Είναι δεύτερη παιδικότητα και απλή λήθη, 
Χωρίς τα δόντια, χωρίς μάτια, χωρίς γεύση, χωρίς τα πάντα.

____________________________________________________ 
Από το As you Like It (Όπως σας Αρέσει), Πράξη ΙΙ, Σκηνή VII. Μονόλογος του Jaques στον Duke Senior.

* [Στμ. Pard πρόκειται για μεσαιωνικό μυθολογικό ζώο με την ρίζα της λέξης να προέρχεται από το αρχ. ελληνικό πάρδος (πάνθηρας, λεοπάρδαλη)]
** [Στμ. είναι ο ευνουχισμένος σε νεαρή ηλικία κόκορας με σκοπό να γίνει πιο τρυφερό το κρέας του.]

Μετάφραση: Τρύφων Λιώτας. 

All The World's A Stage

All the world's a stage,
And all the men and women merely players;
They have their exits and their entrances,
And one man in his time plays many parts,
His acts being seven ages. At first, the infant,
Mewling and puking in the nurse's arms.
Then the whining schoolboy, with his satchel
And shining morning face, creeping like snail
Unwillingly to school. And then the lover,
Sighing like furnace, with a woeful ballad
Made to his mistress' eyebrow. Then a soldier,
Full of strange oaths and bearded like the pard,
Jealous in honor, sudden and quick in quarrel,
Seeking the bubble reputation
Even in the cannon's mouth. And then the justice,
In fair round belly with good capon lined,
With eyes severe and beard of formal cut,
Full of wise saws and modern instances;
And so he plays his part. The sixth age shifts
Into the lean and slippered pantaloon,
With spectacles on nose and pouch on side;
His youthful hose, well saved, a world too wide
For his shrunk shank, and his big manly voice,
Turning again toward childish treble, pipes
And whistles in his sound. Last scene of all,
That ends this strange eventful history,
Is second childishness and mere oblivion,
Sans teeth, sans eyes, sans taste, sans everything.
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δημοσίευση σχολίου