ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Το τραγούδι του Πλούτου

Khalil Gibran (1883-1931)


Εγώ και ο άνθρωπος είμαστε ερωμένοι
Με λαχταρά και τον ποθώ, 
Αλλά δυστυχώς! Εμφανίστηκε ανάμεσά μας
Μία αντίζηλος που μας φέρνει δυστυχία.
Είναι σκληρή και απαιτητική,
Δεν κατέχει παρά μόνο κενό δέλεαρ.
Το όνομά της είναι Ύλη.
Μας ακολουθεί όπου κι αν πάμε
Και παραφυλά σαν σκοπός, φέρνοντας
Ανησυχία στον αγαπημένο μου.

Αναζητώ τον αγαπημένο μου στο δάσος
Κάτω από δέντρα, στις λίμνες.
Δεν μπορώ να τον βρω, γιατί η Ύλη
Τον αφάρπαξε στην θορυβώδη
Πόλη και τον τοποθέτησε στο θρόνο
που σείει μεταλλικά πλούτη.

Τον φωνάζω με τη φωνή της
Γνώσης και το τραγούδι της Σοφίας.
Δεν ακούει, γιατί η Ύλη
Τον ξελόγιασε μέσα στο κάτεργο 
Της ιδιοτέλειας, όπου κατοικεί η φιλαργυρία.


Τον αναζητώ στο χωράφι της Ικανοποίησης,
Αλλά είμαι μόνη, επειδή η αντίζηλος τον έχει
Φυλακίσει στην σπηλειά της λαιμαργίας
Και απληστίας, και τον κλείδωσε εκεί μέσα
Με οδυνηρές αλυσίδες χρυσού.

Τον καλώ το πρωινό, όταν η Φύση χαμογελά,
Αλλά δεν ακούει, γιατί η αφθονία έχει
βαρύνει τα ναρκωμένα μάτια του με αρρωστημένο ύπνο.


Τον παραπλανώ το βράδυ, όταν η Σιωπή βασιλεύει
Και τα λουλούδια κοιμούνται. Αλλά δεν αποκρίνεται,
Επειδή ο φόβος του για το αύριο και τι αυτό θα Φέρει,
σκοτεινιάζει τις σκέψεις του.

Λαχταρά να μ' αγαπήσει·
Με αποζητά στις πράξεις του. Αλλά
δε θα με βρει παρά μόνο στις πράξεις του Θεού.
Με ψάχνει στα οικοδομήματα της δόξας του
που οικοδόμησε πάνω στα κόκκαλα άλλων·
Μου ψυθιρίζει ανάμεσα από 
Τους σωρούς του με χρυσό και ασήμι·
 Αλλά θα με βρει μόνο αν έρθει στο
Σπιτικό της Απλότητας που ο Θεός έχτισε
Στην όχθη του ρυακιού της στοργής.

Επιθυμεί να με φιλήσει μπροστά στα θησαυροφυλάκιά του
Αλλά τα χείλη του δεν θα αγγίξουν ποτέ τα δικά μου παρά μόνο
Μπροστά στα πλούτη μιας αγνής αύρας.

  Μου ζητά να μοιραστώ μαζί του
τα αμύθητα πλούτη του, αλλά δεν θα λησμονήσω τα πλούτη
Του Θεού· δε θα γδυθώ το μανδύα της ομορφιάς.


Ψάχνει ως μέσο την απάτη· εγώ ψάχνω
μόνο το μέσο για την καρδιά του.
Μωλωπίζει την καρδιά του στο στενό κελί του·
 Θα πλούτιζα την καρδιά του με όλη μου την αγάπη.

Ο αγαπημένος μου έχει μάθει πως να ουρλιάζει και
Να κλαίει για τον εχθρό μου, την Ύλη· θα του 
Μάθαινα πως να χύνει δάκρυα στοργής
Και οίκτου από τα μάτια της ψυχής του
Για όλα τα πράγματα,
Και να βγάζει αναστεναγμούς ικανοποίησης μέσω
Αυτών των δακρύων.

Ο άνθρωπος είναι ο αγαπημένος μου·
Θέλω να του ανήκω.


Μετάφραση: Τρύφων Λιώτας
Από τη συλλογή ποιημάτων και διηγημάτων:  "Δάκρυα και Γέλιο"


Song Of Fortune

Man and I are sweethearts
He craves me and I long for him,
But alas! Between us has appeared
A rival who brings us misery.
She is cruel and demanding,
Possessing empty lure.
Her name is Substance.
She follows wherever we go
And watches like a sentinel, bringing
Restlessness to my lover.

I ask for my beloved in the forest,
Under the trees, by the lakes.
I cannot find him, for Substance
Has spirited him to the clamorous
City and placed him on the throne
Of quaking, metal riches.

I call for him with the voice of
Knowledge and the song of Wisdom.
He does not hearken, for Substance
Has enticed him into the dungeon
Of selfishness, where avarice dwells.

I seek him in the field of Contentment,
But I am alone, for my rival has
Imprisoned him in the cave of gluttony
And greed, and locked him there
With painful chains of gold.


I call to him at dawn, when Nature smiles,
But he does not hear, for excess has
Laden his drugged eyes with sick slumber. 

I beguile him at eventide, when Silence rules
And the flowers sleep. But he responds not,
For his fear over what the morrow will Bring,
shadows his thoughts. 

He yearns to love me;
He asks for me in this own acts. But he
Will find me not except in God's acts.
He seeks me in the edifices of his glory
Which he has built upon the bones of others;
He whispers to me from among
His heaps of gold and silver;
But he will find me only by coming to
The house of Simplicity which God has built
At the brink of the stream of affection. 

He desires to kiss me before his coffers,
But his lips will never touch mine except
In the richness of the pure breeze. 

He asks me to share with him his
Fabulous wealth, but I will not forsake God's
Fortune; I will not cast off my cloak of beauty.

He seeks deceit for medium; I seek only
The medium of his heart.
He bruises his heart in his narrow cell;
I would enrich his heart with all my love.

My beloved has learned how to shriek and
Cry for my enemy, Substance; I would
Teach him how to shed tears of affection
And mercy from the eyes of his soul
For all things,
And utter sighs of contentment through
Those tears.


Man is my sweetheart;
I want to belong to him. 
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δημοσίευση σχολίου