ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Το γέλιο

Τμήμα του πίνακα του Hendrik ter Bruggen - Δημόκριτος (1628)


«Σκοτώνουμε με το γέλιο, όχι με την οργή»
- Φ. Νίτσε

Σύμφωνα με τον Α. Μπεργκσόν[1] υπάρχουν τρεις βασικές παρατηρήσεις που μας δείχνουν λιγότερο το κωμικό αυτό καθ' εαυτό απ' όσο τη θέση όπου πρέπει να το αναζητήσουμε. 

Η πρώτη είναι ότι δεν υπάρχει κωμικό έξω απ' ότι είναι γνήσια ανθρώπινο. Πράγματι, ένα τοπίο δεν μπορεί να είναι γελοίο.  Ή μπορεί να γελάσουμε με ένα ζώο αλλά μόνο επειδή θα διακρίνουμε σε αυτό κάποια ανθρώπινη στάση ή έκφραση. Το ίδιο ισχύει και με τα αντικείμενα. Ο ορισμός του ανθρώπου ως «το ζώο που ξέρει να γελάει» θα μπορούσε κάλλιστα να αντικατασταθεί με τον ορισμό του ως «το ζώο που προκαλεί το γέλιο». Τον ίδιο ακριβώς ορισμό δίνει και ο Δημόκριτος στην απολογία του για το γέλιο του στον Ιπποκράτη την οποία θα παραθέσω εν είδει επιλόγου.
 
Η δεύτερη παρατήρηση είναι μάλλον ένα «σύμπτωμα»: η αναισθησία που συνοδεύει συνήθως το γέλιο. Ο μεγαλύτερος εχθρός του γέλιου είναι η συγκίνηση. Για να μπορέσουμε να γελάσουμε με ένα άτομο που μας εμπνέει τον οίκτο ή μας προκαλεί τη στοργή θα πρέπει να αποσιωπήσουμε τον οίκτο ή να ξεχάσουμε τη στοργή. Αν για ό,τι λέγεται ή γίνεται ενδιαφερόμαστε έντονα, αν ενεργούμε με την φαντασία μας, μαζί με αυτούς που ενεργούν, αν νιώθουμε μαζί με αυτούς που νιώθουν, κοινώς αν συμπάσχουμε και συμπαθούμε τότε και τα πιο ανάλαφρα αντικείμενα παίρνουν ειδικό βάρος και χρωματίζονται αυστηρά. Μόλις αποσπαστούμε, βάλουμε μια απόσταση ανάμεσα σε εμάς και το αντικείμενο παρατήρησης, μόλις δηλαδή παρευρεθούμε στη ζωή ως αδιάφοροι θεατές, τότε πολλά δράματα θα μετατραπούν σε κωμωδία. Το κωμικό απαιτεί λοιπόν, για να προκαλέσει όλη την εντύπωσή του, κάτι σαν στιγμιαία αναισθησία της καρδιάς. Απευθύνεται στην καθαρή νοημοσύνη

Εδώ θα ήθελα να αναφέρω ως καλύτερο παράδειγμα τον Αρκά και το γεγονός ότι πολλοί όχι μόνο δεν γέλασαν στα πολιτικά του σχόλια αλλά τον χαρακτήρισαν και δεξιό. Πως να γελάσεις με κάτι που το θεωρείς την μεγαλύτερη ελπίδα σου; Πως να γελάσεις με κάτι το οποίο συμπαθείς; Όποιος περιγελά το κόμμα της καρδιάς σου είναι εχθρός και σίγουρα ανήκει στην αντίπαλη παράταξη. Μικρόνους ζώο λοιπόν ο άνθρωπος που τρέφει συμπάθειες και εντελώς ηλίθιο αν αυτές οι συμπάθειες αφορούν κόμματα. 

Η τρίτη παρατήρηση είναι ότι αυτή η νοημοσύνη πρέπει να παραμείνει σε επαφή με άλλες νοημοσύνες. Δε θα γευόμασταν το κωμικό αν αισθανόμασταν απομονωμένοι. Σε όλους μας έχει τύχει σε ένα τρένο να ακούσουμε μια παρέα να διηγείται κωμικές ιστορίες και να γελάνε με την καρδιά τους. Θα γελούσαμε και εμείς αν αποτελούσαμε μέρος της συντροφιάς. Μα καθώς δεν ήμασταν, δεν είχαμε καμιά όρεξη να γελάσουμε. Το γέλιο, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, κρύβει μια υστεροβουλία συμφωνίας, θα λέγαμε σχεδόν συνενοχή, με άλλους που γελούν, πραγματικούς ή φανταστικούς. Αυτοί οι φανταστικοί συν-γελαστές είναι υπεύθυνοι για τις υποψίες που εγείρονται όταν το γέλιο προέρχεται από έναν μεμονωμένο άνθρωπο. Ο Δημόκριτος που γελά μόνος του εγείρει την ανησυχία στους κατοίκους των Αβδήρων ότι είναι άρρωστος (τρελάθηκε) και καλούν τον Ιπποκράτη να τον θεραπεύσει όπως θα δούμε στο παρακάτω κείμενο. 

Ο φυσικός χώρος του γέλιου είναι η κοινωνία και η χρήσιμη λειτουργία του βρίσκεται εκεί μέσα: πρόκειται για λειτουργία κοινωνική. Το γέλιο οφείλει να έχει κοινωνική σημασία και αποτελεί το καλύτερο μέσο για την καταπολέμηση άδικων και αντικοινωνικών συμπεριφορών. Αυτό το είχε καταλάβει πολύ καλά ο Adanas Mockus πρώην καθηγητής φιλοσοφίας του πανεπιστημίου της Μπογκοτά και μετέπειτα δήμαρχος της (1993). Ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε για να τιμωρήσει την παραβατικότητα στου δρόμους της Μπογκοτά ήταν να προσλάβει μίμους που θα κορόιδευαν όποιον παραβίαζε κανόνες οδικής συμπεριφοράς: σαν από θαύμα, αυτό που δεν είχαν καταφέρει τα πρόστιμα, το κατάφερε η χλεύη και το γέλιο των άλλων πολιτών που αυτή προκαλούσε [2]. 'Ίσως έτσι προσπαθούσε και ο Δημόκριτος να θεραπεύσει τους συμπολίτες του στην ιστορία που ακολουθεί. [3]


Ιπποκράτης: Λέγε στο όνομα των Θεών, μήπως λοιπόν όλος ο κόσμος νοσεί χωρίς να το αντιλαμβάνεται και δε μπορεί να ζητήσει από πουθενά βοήθεια για θεραπεία, γιατί τι θα υπήρχε πέρα από αυτόν;

Δημόκριτος: Υπάρχουν άπειροι κόσμοι Ιπποκράτη και μη παίρνεις για τόσο λίγη και μικρή τη φύση που έχει τόσο πλούτο.

Ιπποκράτης: Αλλά αυτά Δημόκριτε, θα τα διδάξεις άλλη στιγμή πιο κατάλληλη, γιατί τώρα φοβάμαι μήπως και για το άπειρο ακόμη συζητώντας αρχίσεις να γελάς. Τώρα όμως ξέρε πως θα δώσεις λόγο στον κόσμο για το γέλιο σου.

Εκείνος τότε με κοίταξε έντονα και είπε:
«Εσύ νομίζεις πως δύο είναι οι αιτίες του γέλιου μου, τα καλά και τα άσχημα. Εγώ όμως γελώ με ένα μόνο, τον άνθρωπο, τον γεμάτο ανοησία, κενό από οτιδήποτε σωστό, που όλα του τα σχέδια μοιάζουν με του μικρού παιδιού και που υποφέρει τους αβάσταχτους μόχθους χωρίς να υπάρχει καμιά ωφέλεια.
Τον άνθρωπο που χωρίς να γνωρίζει μέτρο στην επιθυμία του πορεύεται ως τα πέρατα της γης και τα έγκατά της που δεν έχουν όρια, λιώνοντας το ασήμι και το χρυσάφι που ποτέ δεν σταματά να αποκτά, πάντα κάνοντας θόρυβο για περισσότερα για να μην πέσει σε λιγότερα και δεν ντρέπεται να ονομάζεται ευτυχισμένος, ενώ σκάβει στα βάθη της γης χρησιμοποιώντας αλυσοδεμένα χέρια, ανθρώπων από τους οποίους σε άλλους υποχωρεί η γη και τους πλακώνει και άλλους ο καταναγκασμός αυτός τους κρατάει χρόνια σε αυτή την κόλαση σαν να ήταν η πατρίδα τους, μαζεύοντας ασήμι και χρυσό, ψάχνοντας ίχνη της σκόνης και ψήγματα, σηκώνοντας εδώ κι εκεί σωρούς από άμμο, ανοίγοντας τις φλέβες της γης, σπάζοντας τους σβώλους και το χώμα για την απόκτηση περιουσίας, κάνοντας τη μητέρα γη εχθρική και άλλοτε θαυμάζοντάς την κι άλλοτε καταπατώντας την, ενώ αυτή είναι πάντοτε η ίδια.
Πόσο γέλιο προκαλεί την επίμοχθη και κρυφή γη να αγαπούν και να υβρίζουν τη φανερή. Άλλοι αγοράζουν σκυλιά, άλλοι άλογα κι άλλοι βάζοντας σύνορα σε μια μεγάλη περιοχή την ονομάζουν ιδιωτική τους περιουσία. Άλλοι πάλι που θέλουν να έχουν στην κατοχή τους μεγάλη έκταση, δεν το μπορούν μόνοι τους. Τότε σπεύδουν να παντρευτούν γυναίκες που ύστερα από λίγο καιρό τις διώχνουν, τις αγαπούν, τις μισούν, κάνουν παιδιά επειδή τα θέλουν κι ύστερα τα διώχνουν τελείως.
Τι είναι αυτή η κενή από περιεχόμενο και αλόγιστη βιασύνη που σε τίποτα δεν διαφέρει από τη μανία;

Πολεμούν τους ομοφύλους τους και δεν επιθυμούν την ησυχία. Στήνουν ενέδρες στους βασιλιάδες, διαπράττουν φόνους, σκάβουν τη γη ζητώντας ασήμι κι όταν το βρουν θέλουν να αγοράσουν γη κι όταν αγοράσουν τη γη πουλούν τους καρπούς της και πουλώντας τους καρπούς της πάλι παίρνουν ασήμι. Πώς βρίσκονται συνέχεια σε μεταβολή, πώς μεταβάλλουν συνέχεια την κατάστασή τους.

Όταν δεν έχουν περιουσία, ποθούν να την αποκτήσουν, όταν την έχουν την κρύβουν, την εξαφανίζουν. Κοροϊδεύω εκείνους που τους συμβαίνουν ατυχίες, γελάω ακόμη περισσότερο με εκείνους που είναι δυστυχισμένοι, γιατί έχουν παραβεί τους νόμους της αλήθειας, φιλονικώντας με έχθρα μεταξύ τους, μαλώνοντας με τ’ αδέρφια τους, τα παιδιά τους, τους συμπολίτες τους, κι όλα τούτα τα κάνουν για ν’ αποκτήσουν πράγματα που κανείς όταν πεθάνει δεν τα εξουσιάζει.
Σκοτώνουν ο ένας τον άλλον, δεν σέβονται τους νόμους, αδιαφορούν για τη δύσκολη κατάσταση των φίλων και της πατρίδας τους, πλουτίζουν με πράγματα ανάξια που δεν έχουν ψυχή, δίνουν όλη την περιουσία τους για να αγοράσουν ανδριάντες, γιατί τους φαίνεται πως τα αγάλματα μιλούν, αλλά τους ανθρώπους που μιλούν λέγοντας την αλήθεια τους μισούν. Ζητούν ότι τους είναι δύσκολο, γιατί όταν κατοικούν στη στεριά ποθούν τη θάλασσα κι όταν μένουν σε νησί ποθούν την ηπειρωτική χώρα κι όλα τα διαστρέφουν με βάση τη δική τους επιθυμία. Φαίνονται πως επαινούν την ανδρεία στον πόλεμο, αλλά κάθε μέρα νικιούνται από την ακολασία, τη φιλαργυρία κι όλα τα άλλα πάθη από τα οποία πάσχουν.
Τώρα, όμως, καθώς χάνουν το μυαλό τους και γεμίζουν αλαζονεία για όσα υπάρχουν στη ζωή, σαν αυτά να ήταν πάντα σταθερά, χωρίς να περνά από τον νου τους πόσο άτακτη είναι η πορεία των πραγμάτων, είναι δύσκολο να διδαχτούν. Γιατί θα αρκούσε για να τους φρονηματίσει η μεταβολή των πάντων, που κάνοντας απότομη στροφή μας επιτίθεται και επινοεί κάθε είδους αιφνιδιαστική τροχηλασία.

Αυτοί, όμως, σαν να βάδιζαν σε σταθερό και σίγουρο δρόμο, ξεχνούν τις συμφορές που τους βρίσκουν συνεχώς και με διάφορους τρόπους επιθυμούν αυτά που φέρνουν λύπη, επιζητούν εκείνα που τους βλάπτουν και ρίχνονται σε μεγάλες συμφορές.
 «Σε τι διαφέρει αυτή η κενή και αλόγιστη σπουδή από την τρέλα;» ρωτάει ο Δημόκριτος τον Ιπποκράτη, προτείνοντάς του ένα επικίνδυνο πνευματικό πείραμα. Σκέψου, του λέει, να είχαμε τη δυνατότητα να ξεσκεπάσουμε όλα τα σπίτια και να μπορούσαμε να δούμε, χωρίς κανένα εμπόδιο, τι γίνεται στο εσωτερικό τους. Θα βλέπαμε άλλους να κλαίνε κι άλλους να γελούν· άλλους να τρώνε κι άλλους να πεινούν. Άλλους να βασανίζουν τους οικείους των, άλλους να παρασκευάζουν δηλητήρια κι άλλους να μηχανεύονται κατηγορίες εναντίον των φίλων τους. Άλλοι συλλέγουν έπιπλα, άλλοι αγάλματα κι άλλοι πίνακες: ο καθένας με την τρέλα του. Αλλά όλοι είναι παράφρονες από ματαιοδοξία: «Θερσίται δ' εισί του βίου πάντες»[4].
Γιατί λοιπόν, Ιπποκράτη, μέμφθηκες το γέλιο μου; Γιατί κανένας δεν γελά με τη δική του ανοησία, αλλά καθένας κοροϊδεύει την ανοησία του άλλου. Το γέλιο μου κατακρίνει την απερισκεψία των ανθρώπων, το ότι δεν έχουν ούτε μάτια, ούτε αυτιά.»

Φεύγοντας, έφτασα τους Αβδηρίτες που με περίμεναν στον λόφο απ’ όπου παρακολουθούσαν και τους είπα: Μεγάλη χάρη σας χρωστώ για την πρόσκλησή σας- γιατί είδα τον Δημόκριτο, τον σοφότατο, που διερεύνησε και κατάλαβε την πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης, τον μόνο που έχει τη δύναμη να σωφρονίσει τους ανθρώπους. [5]

___________________________
[1] Το γέλιο (δοκίμιο για τη σημασία του κωμικού). Εκδόσεις Γερ. Αναγνωστίδης.

[2] Για τον Adanas Mockus και το κοινωνιολογικό του πείραμα πάνω σε 6 εκατομμύρια ανθρώπους μπορείτε να διαβάσετε εδώλληνικά) και εδώ (αγγλικά).

[3] Η ιστορία αυτή είναι η 14η επιστολή (προς Δαμάγητο) που αποδίδεται στον Ιπποκράτη αλλά στην πραγματικότητα χρονολογείται τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Από τις επιστολές του Ψευδο -  Ιπποκράτη, εκδόσεις Άγρα. 

[4] Μτφ.: Είναι Θερσίτες της ζωής. Ο Θερσίτης ήταν στρατιώτης μη αριστοκρατικής καταγωγής που αντιμίλησε στον Αγαμέμνονα και χτυπήθηκε από τον Οδυσσέα. Η φράση έγινε παροιμιώδης και εκφράζει αυτόν που δεν γνωρίζει τη θέση του. Το επεισόδιο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον όχι μόνο για την επίδειξη εξουσίας αλλά και την επίδραση που έχει η δύναμή της για το θέμα μας: ενώ κατά βάθος ο Θερσίτης εκφράζει όλους τους ανώνυμους στρατιώτες αυτοί στο τέλος γελούν με το πάθημά του. Το παράδοξο οφείλεται στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του Θερσίτη δεν ελέγχεται για την ειλικρίνειά της αλλά για την αντικοινωνικότητά της σε σχέση με την δεδομένη για την εποχή ιεραρχία.

[5] Απαλλοτριωμένο από το Αντικλείδι και Δικαιόπολις.
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δημοσίευση σχολίου